Το ιερατικό ήθος, οι επί μέρους πτυχές του, αποτελούν το αντικείμενο του νέου βιβλίου του Επισκόπου Χριστουπόλεως κ. Μακαρίου, που φέρει τον τίτλο: "Το Ιερατικό Ήθος· από το φαρισαϊσμό στο ήθος και από τον ευσεβισμό στην αγάπη" και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Γρηγόρη" (Αθήνα 2017).

            Το καλαίσθητο και μεστό σε νοήματα βιβλίο (σσ. 275) του Ιεράρχη του Οικουμενικού μας Θρόνου, είναι αφιερωμένο στο μακαριστό Μητροπολίτη Γορτύνης και Αρκαδίας κυρό Κύριλλο και διαιρείται σε τέσσερα μέρη, με ισάριθμα κεφάλαια ανά μέρος. Στο τέλος ενός εκάστου εξ αυτών καταχωρίζονται περίληψη και συμπεράσματα.

Το πρώτο μέρος με τίτλο: «Από το Φαρισαϊσμό στο ήθος και από τον Ευσεβισμό στην αγάπη» (σσ. 23-103) πραγματεύεται, μεταξύ άλλων, ζητήματα σχετικά με το φαινόμενο του φαρισαϊσμού και του ευσεβισμού στους κόλπους της Εκκλησίας, τον επαναπροσδιορισμό του ιερατικού ήθους.

Στο δεύτερο μέρος, το οποίο τιτλοφορείται: «Περί Ιεροσπουδαστών, Πνευματικών και προετοιμασίας των υποψηφίων της Ιερωσύνης» (σσ. 105-158) επιχειρείται από το Θεοφιλέστατο συγγραφέα η κατηγοριοποίηση των ιεροσπουδαστών που φοιτούν στη Μέση και Ανώτατη Εκκλησιαστική Εκπαίδευση, η στάση τους ως προς το υπούργημα της Ιερωσύνης, ενώ παράλληλα προσεγγίζονται ζητήματα, ιεροκατάκρισης, ιερατικής κλήσεως, επιλογής πνευματικού και ανάδειξης του αγωνιστικού φρονήματος στην Εκκλησία.

Το τρίτο μέρος επιγράφεται «Περί της διακονίας των Ιερέων» (σσ. 159-214) και συνδέεται με πτυχές της εν γένει διακονίας του κληρικού (λειτουργικής και ποιμαντικής), καθώς επίσης και της συναναστροφής του με τους ανθρώπους.

Το τέταρτο μέρος φέρει τον τίτλο: «Περί της Ιδιοπροσωπίας των Ιερέων» (σσ. 215-270) στο οποίο αναπτύσσονται, μεταξύ άλλων, θέματα υπακοής, πειθαρχίας και εκκλησιαστικών προαγωγών των στελεχών της Εκκλησίας. Επιπροσθέτως θίγονται ζητήματα επιλογής συνεργατών από μέρους του Επισκόπου, διαχείρισης ψυχικών νόσων που φέρουν ορισμένοι κληρικοί και δυσχεραίνουν την ιερατική και ποιμαντική τους διακονία. Επισημαίνονται τέλος ζητήματα των σχέσεών τους με τις πολιτικές ιδεολογίες και τα πρόσωπα που εκπροσωπούν αυτές.

Εκτός από τον Πρόλογο και την Εισαγωγή, καταχωρίζεται στο βιβλίο λελογισμένος αριθμός παραπομπών - υποσημειώσεων, οι οποίες ικανοποιούν το ερευνητικό αίσθημα του υποψιασμένου αναγνώστη και παράλληλα συμβάλλουν στην κατανόηση του περιεχομένου. Η Βιβλιογραφία (σσ. 271-275) που παρατίθεται στο τέλος, παρέχει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να εμβαθύνει σε επιμέρους πτυχές του θέματος που προσεγγίζεται.

            Ο πολυμαθής και ευρυμαθής Ιεράρχης του Οικουμενικού μας Θρόνου, Δρ. κ. Μακάριος, ο οποίος διακονεί, Σεπτή Πατριαρχική Εντολή, στην Αυτόνομη Εκκλησία της Εσθονίας, καταθέτει με αφοπλιστική ειλικρίνεια και συνάμα με επιστημονική ευσυνειδησία το απαύγασμα της εμπειρίας του, με βάση την πολυετή διακονία του στους κόλπους της Εκκλησίας, καθώς και την Καθηγητική του ιδιότητα τόσο στο Τμήμα των Σπουδών Ορθοδόξου Θεολογίας στην Εκκλησία της Εσθονίας όπου διατελεί, μεταξύ άλλων, ως πρώτος Κοσμήτορας αυτής, όσο και στην Πατριαρχική Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Κρήτης. Ο λόγος του Επισκόπου Χριστουπόλεως, χωρίς να στερείται επιστημονικότητας, είναι πατρικός, εμπειρικός, καθημερινός, προτρεπτικός και εύληπτος στο μέσο αναγνώστη. Ο Θεοφιλέστατος δεν αποστασιοποιείται, ως  αυθεντία, από τον τελευταίο αλλά μετέχει στις ίδιες αγωνίες και μοιράζεται τους κοινούς προβληματισμούς με τον αναγνώστη. Η χρήση του α΄ πληθυντικού, καταδεικνύει την οικειότητα και αμεσότητα του συγγραφέως με το μελετητή του βιβλίου. Ο "παροιμιακός λόγος" (π.χ. σ. 198, 262), η αξιοποίηση παραδειγμάτων από την Αγία Γραφή (π.χ. σ. 49, 62, 73, 150, 197), τους Πατέρες της Εκκλησίας (σ. 46,  149, 163, 218), την Ασκητική Γραμματεία (σ. 46, 140-141, 149, 175-176), τους σύγχρονους Αγίους και χαρισματικούς Γέροντες (π.χ. σ. 129, 133) και τη Λογοτεχνία (σσ. 32-34), τεκμηριώνουν τα γραφόμενα, προκρίνουν το (λειτουργικό) βίωμα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, προσδίδουν έναν ανάλαφρο τόνο σε όσα βαρυσήμαντα επισημαίνονται στις σελίδες από τον Ιεράρχη και λειτουργούν υποβοηθητικά σε επίπεδο πρόσληψης του νοήματος από μέρους του αναγνώστη.

            Ο Θεοφιλέστατος διαπιστώνει «τα κακώς κείμενα» στο πλαίσιο της ιερατικής -αρχιερατικής διακονίας και της Ακαδημαϊκής του δραστηριότητας, και τα καταθέτει με πνεύμα διαλεκτικό και προτρεπτικό -όχι δεικτικό και απαξιωτικό- προς το Εκκλησιαστικό σώμα. Η κραυγή αγωνίας που οσμίζεται ο αναγνώστης στις σελίδες του πονήματος από τις εύστοχες επισημάνσεις, είναι απόρροια αγάπης από μέρους του Επισκόπου προς το θεσμό της Εκκλησίας, εν γένει, και προς την Ακαδημαϊκή κοινότητα που υπηρετεί, προς όσους επιθυμούν να διακονήσουν τους συγκεκριμένους χώρους.

            Ο Ιεράρχη του Οικουμενικού μας Θρόνου αντιδιαστέλλει τη σύγχρονη ηθική που προβάλλει ατομοκεντρική και διεκδικεί την προάσπιση των δικαιωμάτων και συμφερόντων μας, την ευμάρεια και τον ευδαιμονισμό, προκρίνοντας το ορθόδοξο ήθος που συνάδει με την υπέρβαση της ατομικότητας, την εξοικείωση με την κακοπάθεια, τη θλίψη και την αγάπη του συνανθρώπου, ακόμη και του εχθρού μας.   

            Ο Επίσκοπος Χριστουπόλεως υπογραμμίζει διαρκώς ότι πρότυπο του κληρικού είναι και πρέπει να παραμένει ο Χριστός, ο Οποίος αγαπά, συγχωρεί και ενοποιεί. «Όταν αγαπάς» -σημειώνει- «η κρίση σου είναι διαφορετική» (σ. 35) και επισημαίνει ότι «Δεν χωρεί στη διακονία μας πνευματική βία και εξαναγκασμός. Ο ποιμένας ανέχεται, ειρηνοποιεί, παραδειγματίζει, ζει για το ποίμνιό του. Εγείρει τους πεσμένους, θεραπεύει τους τραυματίες, συμπάσχει με τους πονεμένους, μαλακώνει καρδιές, δεν απογοητεύει, δεν απελπίζει, προσφέρει μόνο τη χαρά της Αναστάσεως.» (σ. 35)

            Ο Θεοφιλέστατος κινείται με ευαισθησία και πατρική στοργή προς τον πλησίον και αφήνει να διαφανεί η αγωνία του, μεταξύ άλλων, για μεμονωμένες περιπτώσεις κληρικών που παραθεωρούν το ρόλο τους και εκούσια ή ακούσια εξουθενώνουν τον πληγωμένο σήμερα άνθρωπο. Ο προτρεπτικός λόγος του είναι ενδεικτικός των συναισθημάτων του: «Οι άνθρωποι σήμερα… έχουν συγκεκριμένες αντοχές. Ας μην τις εκμεταλλευόμαστε και ας μην τις ξεπερνούμε… Πέραν τούτου η αντοχή θραύεται και ως εκ τούτου χάνεται ο σεβασμός, η υπακοή και η πειθαρχία. Μην ωθήσετε, λοιπόν, τους ανθρώπους σε μια τέτοια κατάσταση. Να ξεπεράσουν δηλαδή τα όριά τους και να χάσουν το σεβασμό τους απέναντί σας (αναφέρεται στους κληρικούς), διότι, αν το γυαλί ραΐσει, τότε δεν επιδιορθώνεται.» (σ. 198)

            Το νέο βιβλίο του Επισκόπου Χριστουπόλεως κ. Μακαρίου "Το Ιερατικό Ήθος· από το φαρισαϊσμό στο ήθος και από τον ευσεβισμό στην αγάπη" έρχεται να μας προβληματίσει, ποιμένες και ποιμενόμενους, διδάσκοντες και διδασκόμενους, να μας ευαισθητοποιήσει και να μας οδηγήσει σε αναστοχασμό. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ίσως «… ο μεγαλύτερος πόνος της Εκκλησίας είναι ότι κυριαρχεί κάποιες φορές ο εγωισμός επί της αγάπης και ο τύπος επί της ουσίας» (σ. 151), γι αυτό και, όπως σημειώνει ο Θεοφιλέστατος συγγραφέας, «χρειαζόμαστε σήμερα κληρικούς που να αναπαύουν τις ψυχές των ανθρώπων και να έχουν πολλή στοργή και ευαισθησία. Χρειαζόμαστε κληρικούς που να θεραπεύουν και να ευλογούν, να είναι ταπεινοί και γεμάτοι φως. Να έχουν ειρήνη και ιλαρότητα και να μπορούν να σταθούν δίπλα στον πονεμένο και χαμένο άνθρωπο της σύγχρονης εποχής με πολλή διάκριση, όχι για να τον διδάξουν, όπως επιδεικτικά και υπεροπτικά έκαναν οι Φαρισαίοι, αλλά για να τον εμπνεύσουν. Σ' αυτό τον ιερατικό τρόπο ζωής, ειρηνικά και αβίαστα, μας οδηγεί το ορθόδοξο ήθος και φρόνημα.» (σ. 59).