Η ανάρρηση στην εξουσία του κόμματος της ριζοσπαστικής αριστεράς και η παρουσία στη Βουλή κεντρώων και δεξιών τάσεων ευρωπαϊκού προσανατολισμού συνέγειραν προσδοκίες για τον (μάλλον ανεξιχνίαστου περιεχομένου) συνθηματικό «χωρισμό», «διάκριση» ή «εξορθολογισμό» των σχέσεων ορθόδοξης Εκκλησίας και Πολιτείας. Συχνά οι όροι αυτοί υπό τις πολυώνυμες εκδοχές τους απλώς υποκρύπτουν –κατά πολιτικά κομψό τρόπο– το μεταπολιτευτικό απωθημένο του αποσκορακισμού από τον ελληνικό δημόσιο χώρο κάθε ίχνους της ορθόδοξης Εκκλησίας ως συλλογικής παράδοσης με ενεργό κοινωνική δυναμική.  

Παράλληλα, σχεδόν όλες οι (αυτοπροσδιοριζόμενες ως) προοδευτικές μερίδες της πολιτικής, της δημοσιογραφίας και της «κοινωνίας των πολιτών» τείνουν σε μεγάλο βαθμό να συσχετίζουν, αν όχι να ταυτίζουν, την κοινωνική πρόοδο της χώρας με ο,τιδήποτε θεωρούν ενοχλητικό και συγκρουσιακό προς την ορθόδοξη Εκκλησία. Για τον λόγο αυτό, και αφού η δημοσιονομική πολιτική του κράτους μάλλον δεν μπορεί να γίνει αριστερή, οι πολιτικές και λοιπές συλλογικές πρωτοβουλίες ανατροπής και σύγκρουσης με το παλιό περιορίζονται κατ’ ανάγκην σε δείγματα δωρεάν γραφής π.χ. στον τρόπο ορκοδοσίας της κυβέρνησης, εξαγγελίες για αναιτιολόγητη απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών, θεσμική αναγνώριση ομόφυλων «οικογενειών» (νόμος 4356/2015), διεύρυνση του νομοθετικού πλαισίου για την αποτέφρωση νεκρών (νόμος 4368/2016), αποσιώπηση της επωνυμίας/ιδιότητας του «Ιερού Ναού του Αγίου Γεωργίου» (Ροτόντα) στις σχετικές υπουργικές αποφάσεις, που φθάνουν και σε επιθετικές κινήσεις απροκάλυπτου αντικληρικαλισμού (π.χ. διαμαρτυρίες για την αδειοδότηση επισκέψεων ορθόδοξων κληρικών σε σχολεία και «απολογίες» του αρμόδιου υπουργείου ή, παλαιότερα, στέρηση ελάχιστης σύνταξης από τους ανασφάλιστους υπερήλικες μοναχούς (νόμος 4093/2012, άρθρο πρώτο Κεφ. ΙΑ. παρ. 6 περ. 5) ή ακόμα και νομοθετική απαγόρευση ίδρυσης ιδιωτικών σχολείων από κληρικούς ή φορείς που μετέχουν ή διοικούν κληρικοί (νόμος 4093/2012, άρθρο μόνο Κεφ. Θ) · γεγονός που παρέπεται ότι υπό το σημερινό κράτος ο Άνθιμος Γαζής ή ο Νεόφυτος Δούκας θα ήταν στην παρανομία).  

Είναι σαφές ότι η εγχώρια αγκιτάτσια της προόδου, παρά την επικέντρωσή της κυρίως σε ζητήματα συμβολισμού (π.χ. επίκληση Αγίας Τριάδας στο προοίμιο του Συντάγματος, θρησκευτικός όρκος), οπωσδήποτε υπερακοντίζει τον στόχο του κοσμικού κράτους και κατατείνει σε μια μορφή λαϊκής δημοκρατίας, με διαθέσεις και μέθοδο, που κάθε άλλο παρά θρησκευτική αδιαφορία ή ουδετερότητα αποκαλύπτει, αφού διαμορφώνει ένα περιβάλλον όχι μόνο ιδεολογικής αντίθεσης προς το θρησκευτικό φαινόμενο, αλλά και αντικληρικαλιστικής υστερίας ή αντιχριστιανικής νεύρωσης. Με τον τρόπο αυτό οι πολιτικές και ακτιβιστικές συσσωματώσεις, που παλεύουν με επαγγελματική επιμονή και προσηλυτιστική αφοσίωση για μια άνωθεν προερχόμενη (μέσα από νομοθετήματα, αποφάσεις δικαστηρίων ή ανεξάρτητων αρχών κ.λπ.) αναθεώρηση όσων λαϊκών συνηθειών, πολιτικών εθίμων, κρατικών συμβόλων, κοινωνικών ή ηθικών αντιλήψεων έχουν (ή θεωρούνται ότι έχουν) θρησκευτικό πρόσημο, καταλήγουν τελικά να εντάσσουν την ορθόδοξη Εκκλησία πολύ πιο έντονα στην πολιτική θεματολογία. Μολονότι δηλώνουν ότι στοχεύουν στην περιθωριοποίηση των θρησκευτικών πεποιθήσεων και πρακτικών στον ιδιωτικό χώρο, όπου υποτίθεται ότι κατά φύσιν ανήκουν σε ένα νεωτερικό κράτος, καθιστούν εν τέλει πολιτικό πρόβλημα την παρουσία και επιρροή της ορθόδοξης Εκκλησίας στο δημόσιο πεδίο.

Στην παραπάνω τακτική αξίζει να αντιπαρατεθούν οι κριτικές παρατηρήσεις του Friedrich Engels στην πραγματεία του «Anti-Dühring» (1878). Με αυτήν κατέκρινε τον σοσιαλιστή θεωρητικό Eugen Dühring, ο οποίος διακήρυσσε, μεταξύ άλλων, την προοπτική ελεύθερης κοινωνίας με ενεργό αντιθρησκευτική πολιτική, όπου «δεν μπορεί να υπάρχει λατρεία διότι το καθένα από τα μέλη της έχει ξεπε­ράσει την παιδαριώδη πρωτόγονη φαντασίωση ότι, πίσω ή πάνω από τη φύση, υπάρχουν όντα, τα οποία μπορεί να τα επηρεάσει κανείς με θυσίες ή με προ­σευχές ... Γι' αυτό το λόγο, ένα καλώς εννοούμενο κοινω­νικό σύστημα πρέπει να ... καταργήσει όλο το μηχα­νισμό της εκκλησιαστικής μαγείας και επίσης όλα τα ουσιώδη συστατικά μέρη της λατρείας». Ο Engels, πιστεύοντας ότι ο κομμουνιστικός μετασχηματισμός της παραγωγής θα επέφερε, φυσικώ τω τρόπω, το τέλος κάθε μεταφυσικής αναγωγής στις κοινωνικοοικονομικές σχέσεις, ειρωνευόταν την εξαγγελία του κρατικού αντικληρικαλισμού ως αυτοπαγιδευτική : «Όμως, ο κύριος Ντίρινγκ δεν μπορεί να περιμένει μέχρι να πε­θάνει η θρησκεία το φυσικό θάνατο της. Φέρεται πιο ριζικά. ... Βάζει τους μελλοντικούς του χωροφύλακες να ορμήξουν πάνω στη θρησκεία και, έτσι, τη βοηθάει να γίνει μάρτυρας και να παρατείνει τη ζωή της» (Φρ. Ένγκελς, Αντι-Ντίριγκ, εκδ. Σύγχρονη Εποχή 2006, σελ. 478, 480). Μπορεί η ιστορική εφαρμογή του μαρξισμού να μην δικαίωσε την προφητεία του Engels για τον φυσικό θάνατο της θρησκείας, ωστόσο αυτό δεν ακυρώνει την επικαιρότητα των αντιρρήσεών του στον στρατευμένο αντικληρικαλισμό του σοσιαλμεταρρυθμιστή Dühring.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτική των αντιφάσεων του μεταπολιτευτικού αντικληρικαλισμού όμως ήταν η επιχειρηματολογία των δημοσιογραφικών και πολιτικών αντιδράσεων απέναντι στην κριτική της ποιμαίνουσας Εκκλησίας για τον πρόσφατα ψηφισθέντα νόμο 4368/2016. Στον νόμο αυτό (άρθρο 15), υπό νομοτεχνικά ατυχή διατύπωση, προβλέπεται η υποχρέωση όλων όσων εμπλέκονται στην διαδικασία ταφής να σεβαστούν την δηλωθείσα επιθυμία του νεκρού για τον τύπο τελετής της κηδείας του, αρκεί αυτή η δήλωσή του να μην προσκρούει στη δημόσια τάξη, δημόσια υγεία και τα χρηστά ήθη –ούτε λόγος δηλαδή για τους κανόνες και τις παραδόσεις της οικείας Εκκλησίας, οι θρησκευτικοί λειτουργοί της οποίας πιθανόν θα κληθούν να τελέσουν την τελετή της κηδείας. Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος (Δ.Ι.Σ.) επεσήμανε ότι εάν αυτή η διάταξη αναγκαστικού δικαίου στον νέο νόμο συνδυασθεί με την ισχύουσα διάταξη του νόμου 4277/2014 (για τη δυνατότητα επιλογής της αποτέφρωσης), αυτό θα σήμαινε ότι κάποιος θα μπορούσε να δηλώσει ως τύπο τελετής την χριστιανική εξόδιο ακολουθία, αλλά παράλληλα (δυνάμει του νόμου 4277/2014) ο ίδιος ή ο συγγενής του να επιλέξει την αποτέφρωση ως μέθοδο αποσύνθεσης του σώματός του μετά ή ακόμα και πριν την εξόδιο ακολουθία. Στην περίπτωση αυτή ο νόμος 4368/2016 δεν συγχωρεί κανένα περιθώριο άρνησης του ορθόδοξου θρησκευτικού λειτουργού για την τέλεση χριστιανκής κήδευσης, αφού ένας τέτοιος συνδυασμός επιλογών θα προσέκρουε μεν στους κανόνες και παραδόσεις της Εκκλησίας του, αλλά όχι και στη δημόσια τάξη, υγεία και χρηστά ήθη, περί των οποίων (και μόνον) επιφυλασσόταν ο νομοθέτης.  

Η δημόσια κριτική στην παραπάνω θέση της Δ.Ι.Σ. κινήθηκε από την επισήμανση ότι «αποτελεί εκτροπή της Εκκλησίας η μη συμμόρφωσή της προς τους νόμους του κράτους ... όταν προτρέπει τους κληρικούς να μην τελούν την εξόδιο ακολουθία σε χριστιανούς ορθόδοξους οι οποίοι επιθυμούν την αποτέφρωση .... Οι ιερείς είναι δημόσιοι υπάλληλοι και αμείβονται για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους πολίτες όταν αυτοί το επιλέγουν. Είναι υποχρεωμένοι να τελούν την εξόδιο ακολουθία σε όσους το επιθυμούν» (Αυγή, 20.1.2016), έως και ότι «...οι παπάδες … –χρησιμοποιώντας ως δικαιολογία για ό,τι δεν τους αρέσει ότι δε συνάδει με τα βιβλία τους– θεωρούν ότι κανένας νόμος δεν μπορεί να τους υποχρεώσει να κάνουν τη δουλειά τους, για την οποία πληρώνονται μάλιστα δύο φορές...» (www.lifo.gr, 14.1.2016).

Φυσικά κανείς δεν έχει την απαίτηση γνώσεων από μη νομικούς σχετικά με τα δικαιώματα θρησκευτικής αυτονομίας της ορθόδοξης Εκκλησίας απέναντι στο Κράτος ή την ιδιότητα των κληρικών ως θρησκευτικών λειτουργών και όχι δημοσίων υπαλλήλων, όπως παγίως κρίνει η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Πάντως δεν πρέπει να παραβλεφθεί ότι αριστεροί και φιλελεύθεροι θεωρούν αδιαπραγμάτευτα τα δικαιώματα θρησκευτικής ελευθερίας των μειονοτήτων, ενώ παραμένουν ανυποψίαστοι ή αντιδρούν σε αντίστοιχες ελευθερίες της ορθόδοξης Εκκλησίας, γεγονός που καταδεικνύει ότι την αντιλαμβάνονται όχι ως θρησκευτική κοινότητα και δικαιούχο δικαιωμάτων, αλλά ως φορέα εξουσίας.

Άλλο σκοπεύω να αναδείξω εδώ : πρώτον το ωμό επιχείρημα ότι επειδή το Κράτος μισθοδοτεί απ’ ευθείας τον ορθόδοξο ιερέα, δικαιούται να του επιβάλλει δια νόμου θρησκευτικά (και όχι οποιαδήποτε άλλα) καθήκοντα, που αντιβαίνουν στην θρησκευτική συνείδησή του και τους κανόνες ή τις παραδόσεις της Εκκλησίας, την οποία ο ιερέας διακονεί. Και δεύτερον, την συναφή παραδοχή ότι, αφού η ορθόδοξη Εκκλησία ενισχύεται κατά τον παραπάνω έμμεσο τρόπο από το Ελληνικό Δημόσιο, είναι υποχρεωμένη να παρέχει αδιαμαρτύρητα «θρησκευτικές υπηρεσίες» στους πολίτες (προσοχή: στους πολίτες, όχι στους πιστούς της), ασχέτως εάν αυτοί συμμορφώνονται ή όχι στους κοινούς κανόνες συμμετοχής στην Εκκλησία αυτή.

Το ανωτέρω πρώτο επιχείρημα, αν και προέρχεται από οπαδούς της κοινωνικής ανατροπής ή της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, δεν απέχει και πάρα πολύ από την νοοτροπία του φαλλοκράτη έλληνα συζύγου ξεπερασμένων εποχών, που επέβαλε το θέλημά του στη γυναίκα του με την μόνιμη επωδό ότι αυτός «φέρνει τα λεφτά στο σπίτι», αυτός την «ζει» και την «πληρώνει», οπότε δεν δικαιούται να του αντιμιλά. Επιπλέον το παραπάνω επιχείρημα αναπαράγει την «μνημονιακή» λογική, υπό την οποία καθορίζεται η οικονομική πολιτική της χώρας : όπως οι δανειστές θεσμοί αξιώνουν να καθορίζουν τις γενικές αρχές διαχείρισης των χρημάτων τους από το δανειολήπτη Κράτος κατά παράκαμψη της εθνικής του κυριαρχίας, κατά τον ίδιο τρόπο το Κράτος αξιώνει ως χρηματοδότης της ορθόδοξης Εκκλησίας να καθορίζει μια σειρά εκκλησιαστικών ζητημάτων κατά παράβλεψη της θρησκευτικής της αυτονομίας.

Επιπλέον, το επιχείρημα αυτό αναδεικνύει μια ενδιαφέρουσα διάσταση των ιδεολογικών παρενεργειών της κρατικής μισθοδοσίας στην στάση του κρατικού νομοθέτη και της δημόσιας διοίκησης απέναντι στα interna corporis της Εκκλησίας. Με τον νόμο 3812/2009 η πρόσληψη των εκκλησιαστικών υπαλλήλων, που αμείβει το Κράτος, γίνεται μέσω ΑΣΕΠ και με τα κριτήρια του νόμου 2190/1994, με τον νόμο 4368/2016 το κράτος ρυθμίζει την υποχρεωτικότητα του «τύπου τελετής κηδείας» για όλα τα όργανα που εμπλέκονται στην ταφή, ενώ με το πρόσφατο νομοσχέδιο («Εθνικό Μητρώο Επιτελικών Στελεχών Δημόσιας Διοίκησης, Βαθμολογική Διάρθρωση Θέσεων, Συστήματα Αξιολόγησης, Προαγωγών και Επιλογής Προϊσταμένων», άρθρο 14) του Υπουργείου Εσωτερικών υπάγονται στο σύστημα αξιολόγησης δημοσίων υπαλλήλων και όσοι εκκλησιαστικοί υπάλληλοι (ιεροκήρυκες, λαϊκοί υπάλληλοι) αμείβονται από το Κράτος, και καταργείται ως προς αυτούς ο αντίστοιχος Κανονισμός (265/2015) της Ιεράς Συνόδου για την αξιολόγηση των εκκλησιαστικών υπαλλήλων. Παράλληλα και σε αντίρροπη κατεύθυνση, γίνονται πολιτικές δηλώσεις περί σεβασμού του «χώρου» της Εκκλησίας και της ανάγκης διάκρισής του από το «δημόσιο χώρο», όπου το Κράτος πρέπει να συμπεριφέρεται με ουδετερότητα (π.χ. στην περίπτωση του μαθήματος των θρησκευτικών), η πλειοψηφία των μελών της Κυβέρνησης αποφεύγει να ορκισθεί με θρησκευτικό τύπο συμπαραδηλώνοντας έτσι την άποψή τους ότι ο όρκος επί του Ευαγγελίου είναι αποτέλεσμα θεοκρατικών δεσμεύσεων, που επέβαλε η Εκκλησία στο Κράτος (και όχι το ανάποδο). Το ετερότροπο αυτό μείγμα στάσεων, αντιφατικών σε πρώτη ανάγνωση, θυμίζει το ιστορικό ανέκδοτο μεταξύ του διαδόχου Τίτου και του αυτοκράτορα Βεσπασιανού δικαιώνοντας τις αντιρρήσεις του Τίτου για το γεγονός ότι ο Βεσπασιανός συνέλεγε χρηματικό αντίτιμο από τους εισερχόμενους στις «βεσπασιανές» (δημόσια αποχωρητήρια). Ο αυτοκράτορας πίστευε, αντίθετα με τον Τίτο, ότι «Pecunia non olet» (τα χρήματα δεν μυρίζουν). Στον ελληνικό πολιτικό και εν γένει δημόσιο λόγο επιχωριάζει η άποψη ότι «Pecunia olet», δηλαδή η κρατική μισθοδοσία εκκλησιαστικών στελεχών διαβρώνει με δημοσιοϋπαλληλικά χαρακτηριστικά την φύση της Εκκλησίας και παρέχει στο Κράτος δικαιώματα συνδιοίκησης, χωρίς καμία υπόνοια ότι έτσι αναιρείται η θρησκευτική ουδετερότητα του Κράτους ή θρησκειοποιείται η άσκηση της πολιτικής. Φυσικά ο κρατικός παρεμβατισμός στην Εκκλησία δεν ανάγει την γένεσή του στην ανάληψη της μισθοδοσίας του Κλήρου από το Κράτος (1.10.1945, με τον αναγκαστικό νόμο 536/1945), αλλά προηγείται αυτής ιστορικά και ιδεολογικά, σίγουρα όμως η κρατική μισθοδοσία έχει καθιερωθεί, έστω εσφαλμένα, στην κοινή συνείδηση ως ο κολοφώνας του εναγκαλισμού Κράτους και ορθόδοξης Εκκλησίας, ώστε πλέον να γίνεται ρητή επίκλησή της ως λόγου θεμιτής περιστολής της αυτονομίας της τελευταίας.

Το ανωτέρω δεύτερο επιχείρημα αντανακλά την θεώρηση της Εκκλησίας ως κρατικού οργανισμού κοινής ωφέλειας, ο οποίος ασκεί παροχική διοίκηση όπως π.χ. η ΕΥΔΑΠ, η ΔΕΗ, ο ΟΤΕ ή ο ΟΣΕ, οπότε στρεβλώνει την Εκκλησία και την συμμετοχή στο ευχαριστηριακό σώμα της σε δημόσιο αγαθό. Από την στιγμή που ο πολίτης πληρώνει, μέσα από τους φόρους του, τον μισθό του ιερέα έχει αυτοδικαίως και την αξίωση να τύχει των υπηρεσιών του Κλήρου, υπό τις ίδιες δηλαδή οικονομικές προϋποθέσεις, που έχει αξίωση από μία ΔΕΚΟ να του παρέχει ρεύμα, νερό, τηλεφωνικές ή μεταφορικές υπηρεσίες. Το ακόμα σημαντικότερο είναι ότι η νοοτροπία του θρησκευτικού αποχρωματισμού των Ιερών Μυστηρίων και Ακολουθίων και της αντίληψής τους ως υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, όπως και η τάση αποσύνδεσης της ομολογίας πίστης από την συμμετοχή στο κοινό γεγονός της Εκκλησίας, είναι αρκετά δημοφιλής στην ελληνική κοινωνία, σηματοδοτώντας έτσι μια νέα μορφή αθεΐας μεταξύ ατόμων, τα οποία στις στατιστικές έρευνες δηλώνουν χριστιανοί ορθόδοξοι. Η διάδοση αυτής της ανύποπτης νοοτροπίας δεν αιτιολογείται από την συγκυρία της ιδιαίτερης έμφασης, που έδωσε κατά τα τελευταία χρόνια η ορθόδοξη Εκκλησία στο φιλανθρωπικό της έργο, γεγονός για το οποίο ασκήθηκε και εκ των ένδον κριτική στην εκκλησιαστική ηγεσία. Η συμπτωματολογία αυτής της παθογένειας προϋπήρχε της οικονομικής κρίσης και ανάγεται στην ολοένα διογκούμενη αφομοίωση από το κοινωνικό σώμα εκκοσμικευμένων και φολκλορικών αντιλήψεων για τον ρόλο του ορθόδοξου Κλήρου υπό την επιρροή μηχανισμών ιδεολογικής προπαγάνδας από την Μεταπολίτευση και εντεύθεν. Οι μηχανισμοί της πολιτικής, του πνεύματος και της ενημέρωσης, παρά την πολυσχιδή προέλευσή τους, δραστηριοποιήθηκαν με συνισταμένη την αποθρησκειοποίηση του κοινωνικού χώρου και στόχο την αναθεώρηση των κυρίαρχων χαρακτηριστικών του έλληνα πολίτη, τα οποία έθεσε ως υπόβαθρό της η συγκρότηση εθνικού κράτους του 19ου αιώνα. Απέναντι στους μηχανισμούς αυτούς διαχρονικά η ποιμαίνουσα Εκκλησία δεν φαίνεται να αντέδρασε επιτυχώς, ενημερώνοντας και πείθοντας για την ιστορική και δικαιοπολιτική θεμελίωση της κρατικής μισθοδοσίας του Κλήρου όσο, συναφώς, και για το αληθές μέγεθος της δημευθείσας περιουσίας από το Κράτος, την αποδοτικότητα της εναπομένουσας περιουσίας και τα πραγματικά έσοδα από αυτήν.

Εν κατακλείδι, οι ίδιοι φορείς πολεμικής κατά της κρατικής μισθοδοσίας του ορθόδοξου Κλήρου ως παραδείγματος εξοβελιστέας θεοκρατίας, την επικαλούνται απροβλημάτιστα ως επιχείρημα υπέρ του προβαδίσματος της κρατικής ρυθμιστικής παρέμβασης στα εκκλησιαστικά ζητήματα. Συχνά επίσης το επιχείρημα δικαιολογείται, υποτίθεται, από τον πολιτικά ευγενή στόχο του εκσυγχρονισμού ή εκδημοκρατισμού. Κατά την ολοκληρωτική αυτή θεώρησή σταθερές παραδοχές της Εκκλησίας ως προϊόν ακαινοτόμητης πίστης και εξ αποκαλύψεως αληθείας, αποτελούν απλώς σκοταδιστική και συντηρητική άρνηση συντονισμού της προς ιστορικές συγκυρίες και κοσμικές αναγκαιότητες.

Η παραπάνω αντίφαση εξηγεί, γιατί πλέον οι εκκλησιαστικές θέσεις παραμένουν ακατανόητες στη δημόσια σφαίρα, αν δεν κατανοούνται ενίοτε και ως απάνθρωπες, αναχρονιστικές ή ενάντιες στα ανθρώπινα δικαιώματα, όταν π.χ. ορθόδοξος κληρικός αρνείται την τέλεση του μυστηρίου της βάπτισης με ανάδοχο που έχει συνάψει πολιτικό γάμο ή της κήδευσης σε αντίστοιχη περίπτωση κ.λπ.. Η «παρήγορη» πλευρά αυτής της αυθόρμητης αντίδρασης στις αξιακές προϋποθέσεις, που θέτει η Εκκλησία για την συμμετοχή στα Μυστήρια και τις Ακολουθίες της, υπονοεί ότι η ιδιότητα του μέλους της ορθόδοξης Εκκλησίας θεωρείται στην Ελλάδα σχεδόν αυτονόητο, κοινωνικό δικαίωμα κάθε πολίτη. Η απήχηση όμως αυτών των ξεκάθαρα υλιστικών απόψεων για την σχέση λαού και Κλήρου, τις οποίες κατονομάζω συνεκτικά υπό τον τίτλο του παρόντος, αποδεικνύει ευρύτατο έλλειμμα εκκλησιαστικής μόρφωσης και εν γένει παιδείας στην ελληνική κοινωνία, την αναπλήρωση του οποίου η Εκκλησία δεν μπορεί να περιμένει και πάλι από το Κράτος, ουσιαστικά δηλαδή από το σχολικό μάθημα των Θρησκευτικών, που εδώ και χρόνια διδάσκεται υπό παιδαγωγική σκοποθεσία και συνθήκες προγραμματικά και συγκυριακά άσχετες προς τον στόχο του εκκλησιαστικού φωτισμού των νέων.

Κατακλείοντας, ως φρόνιμη απάντηση προς άπαντας εμπλεκομένους για το δικαίωμα δημόσιου λόγου της Ιεραρχίας σε μια ανοικτή κοινωνία, αλλά και ως συνετή προτροπή, δανείζομαι ένα απόσπασμα από το άρθρο με τον φιλοπαίγμονα τίτλο : «Βοήθεια! Η εκκλησία παρεμβαίνει στα σχολικά βιβλία !» (των Θόδωρου Παντούλα, Νίκου Ράπτη, Σωτήρη Μητραλέξη, Στέλιου Θεοδωράκη, 16.10.2010, στην ιστοσελίδα Προοδευτική Πολιτική) : «Η ιεραρχία ... (θ)α πρέπει κάπως να συνειδητοποιήσει πως αυτή η χώρα είναι πλέον μια κοινωνία υλιστική, μετα-χριστιανική –«ειδωλολατρική», που λέει και ο Ρεζί Ντεμπρέ (Régis Debray)– και πως το σημείο αφετηρίας του σωτηριολογικού - εκκλησιαστικού της έργου δεν είναι, φερ' ειπείν, ο 19ος μ.Χ. αιώνας, αλλά ο ... 1ος ! Από εκεί και πέρα είναι ανόητο (ή υστερόβουλο) να κατηγορείται η ιεραρχία πως ασκεί «ιερά εξέταση» όταν το μόνο που ζητά είναι διαβούλευση. Εδώ και πολλά - πολλά χρόνια λογοκρισία σε όλα τα επίπεδα ασκεί κυρίως ο μεταπολιτευτικός ηγεμονικός λόγος, που διαθέτει το κράτος, την ηγεμονία, τα λεφτά, το κύρος, τα μίντια, το «zeitgeist»* και ό,τι τέλος πάντων παίζει εδώ το ρόλο του καρπουζιού και του μαχαιριού».

*[: το πνεύμα των καιρών]