Το διακριτό των ορίων κανονικής δικαιοδοσίας, ως τρόπος διασφαλίσεως της ακώλυτης ασκήσεως των καθηκόντων ενός εκάστου των οργάνων διοικήσεως (επισκόπων ή συνόδων) της Εκκλησίας  αλλά και της αποτροπής της εισπηδήσεως, αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί τον θεμέλιο λίθο της διοικητικής και ποιμαντικής οργανώσεως της Εκκλησίας. Και δεν είναι λίγες οι φορές, που η παραβίαση των σχετικών ιερών κανόνων, δημιούργησαν μείζονα ζητήματα, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα επί των ημερών μας τη διαφωνία δύο Πρεσβυγενών Πατριαρχείων (Αντιοχείας και Ιεροσολύμων) για την περιοχή του κράτους του Κατάρ. Διαφωνία, η οποία είχε – μεταξύ άλλων - ως αποτέλεσμα, την μη συμμετοχή του Πατριαρχείου Αντιοχείας στην πρόσφατη Πανορθόδοξη Σύνοδο.

      Δεν  θα σταθώ, σε όσα έχουν ήδη δεί το φως της δημοσιότητας, γύρω από την γεωγραφική και πληθυσμιακή «αξία» της περιοχής αυτής ως εκκλησιαστικής περιφέρειας, διότι θεωρώ ότι η ενασχόληση με αυτήν την πλευρά του θέματος, εκτρέπει την συζήτηση προς λάθος κατεύθυνση. Αντιθέτως, και επειδή έχω ήδη αντιμετωπίσει ακροθιγώς το ζήτημα σε παλαιότερη δημοσίευσή μου, θα επικεντρώσω την προσοχή μου, σε εκείνα τα στοιχεία που οδηγούν στην επίλυση του ζητήματος, έχοντας ως βάση τις ρυθμίσεις των εφαρμοστέων ιερών κανόνων.

Α. Το προς εξέτασιν ζήτημα

Εξ όσων έχουν δημοσιευθεί ή έχουν καταστεί γνωστά εν γένει στην κοινή γνώμη, αμφότερες οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, το Πατριαρχείο Αντιοχείας και το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, υποστηρίζουν ότι η γεωγραφική περιφέρεια του κράτους του Κατάρ ανήκει στα όρια της κανονικής δικαιοδοσίας τους. Προς επίρρωσιν, μάλιστα, του ισχυρισμού αυτού, έκαστη των Εκκλησιών επικαλείται τα δικά της στοιχεία, που κατά την κρίση της θεμελιώνουν το κανονικό δικαίωμα της για διαποίμανση της εν λόγω περιοχής, ενώ ταυτοχρόνως προσπαθεί να αναιρέσει τα αντιστοίχως προσκομιζόμενα με επίκληση στοιχεία της άλλης.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία διαπιστώνοντας το πρόβλημα, προέβη στην κίνηση διαδικασιών συμφιλιωτικού και συμβιβαστικού χαρακτήρα, με κυριότερη και σημαντικότερη αυτήν της πρωτοβουλίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το οποίο πριν από έναν περίπου χρόνο (31 Μαΐου 2016) πρότεινε να συσταθεί επιτροπή αντιπροσώπων των δυο Εκκλησιών αμέσως μετά την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο υπό την συντονιστική ευθύνη του ιδίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με στόχο την επίλυση του ζητήματος. Έκτοτε το θέμα παραμένει εκκρεμές.

Β. Το προς απάντησιν ερώτημα

      Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, το αναφυέν ζήτημα συνίσταται στην εκ μέρους δύο Αυτοκεφάλων Εκκλησιών διεκδίκηση της διαποιμάνσεως μιας γεωγραφικής περιφέρειας. Προτού, δε, δούμε, ποιο είναι το ερώτημα, που θα πρέπει να απαντηθεί, απαραίτητο είναι να εξετασθεί, εάν οι ιεροί κανόνες αντιμετώπισαν τέτοιο ζήτημα και τι λύση έδωσαν.

      Οι ιεροί κανόνες αντιμετώπισαν αντίστοιχα ζητήματα διαφιλονικείας περί του δικαιώματος ασκήσεως κανονικής δικαιοδοσίας και επέλυσαν το ζήτημα με δύο τρόπους.

      Ο πρώτος τρόπος ήταν μέσω του γεωγραφικού καθορισμού από τους ίδιους τους κανόνες των περιοχών, που υπήγοντο στην κανονική δικαιοδοσία μιας εκκλησιαστικής περιφέρειας, οπότε η εν λόγω εκκλησιαστική περιφέρεια αποκτούσε επί των περιοχών αυτών δικαίωμα ασκήσεως κανονικής δικαιοδοσίας. Σήμερα, δε, η αντίστοιχη διαδικασία γίνεται μέσω της εκδόσεως του σχετικού Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου ή της σχετικής Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξεως.

      Ο δεύτερος τρόπος ήταν – και συνεχίζει να ισχύει μέχρι σήμερα – μέσω του θεσμού της χρησικτησίας επί εκκλησιαστικής περιφέρειας, η απόδειξη της οποίας (εννοείται χρησικτησίας) δημιουργεί δικαίωμα κανονικής δικαιοδοσίας υπέρ αυτού (επισκόπου ή συνοδικού οργάνου), που την αποδεικνύει.

Ειδικότερα, κατά τον 17ο κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου, η εκκλησιαστική περιφέρεια που κατέχεται από κάποιον επίσκοπο επί τριάντα έτη, περιέρχεται «κανονικώς» υπό την κανονική δικαιοδοσία αυτού, μετά την παρέλευση της περιόδου αυτής. Εάν, δε, εντός της τριακονταετίας εγερθεί αμφισβήτηση, τότε η διαφορά άγεται ενώπιον της συνόδου της Επαρχίας (Μητροπόλεως): «Τὰς καθ᾿ ἑκάστην ἐπαρχίαν ἀγροικικὰς παροικίας, ἢ ἐγχωρίους, μένειν ἀπαρασαλεύτους παρὰ τοῖς κατέχουσιν αὐτὰς ἐπισκόποις, καὶ μάλιστα εἰ τριακονταετῆ χρόνον ταύτας ἀβιάστως διακατέχοντες ᾠκονόμησαν. Εἰ δὲ ἐντὸς τῶν τριάκοντα ἐτῶν γεγένηταί τις, ἢ γένοιτο περὶ αὐτῶν ἀμφισβήτησις, ἐξεῖναι τοῖς λέγουσιν ἠδικεῖσθαι, περὶ τούτων κινεῖν παρὰ τῇ συνόδῳ τῆς ἐπαρχίας» (βλ. το κείμενο σε Α. Βαβούσκου, Κώδικας Νομοκανονικός. Ιεροί Κανόνες – Βυζαντινό Δίκαιο – Κανονικά Παραπτώματα, εκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2016, σ. 28).

Η ρύθμιση αυτή επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτολεξεί και από τον 25ο κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής συνόδου (βλ. το κείμενο σε Α. Βαβούσκου, Κώδικας Νομοκανονικός. Ιεροί Κανόνες – Βυζαντινό Δίκαιο – Κανονικά Παραπτώματα, εκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2016, σ. 43).

Απαραίτητες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του κανόνα είναι:

α) η ύπαρξη εντός της Μητροπόλεως (αφού πρόκειται για επισκοπή) περιοχών, οι οποίες είναι «αδέσποτες», δηλαδή δεν διαποιμαίνονται από τον κανονικό επίσκοπο, διότι άλλως, εάν υπήρχε κανονικός επίσκοπος, θα είχαμε περίπτωση εισπηδήσεως.

Ως τέτοιες περιοχές νοούνται είτε οι αγροικικές, δηλαδή οι περιοχές που είναι απομακρυσμένες και για το λόγο αυτό και απομονωμένες και έχουν λίγους κατοίκους είτε οι εγχώριες παροικίες, δηλαδή αυτές που βρίσκονται κοντά σε αγρούς και πόλεις και κατοικούνται από αρκετό πληθυσμό (βλ. την ερμηνεία των όρων από τον Ι. Ζωναρά στο σχόλιο του υπό τον κανόνα σε Ράλλη – Ποτλή, Σύνταγμα, Τ. 2, σ. 259).

β) η κατοχή της «αδέσποτης» περιοχής από τον μη κανονικό επίσκοπο, του οποίου η επαρχία θα πρέπει εκ των πραγμάτων να γειτνιάζει με την «αδέσποτη» περιοχή, ώστε να είναι εφικτή τόσο ή πραγματική όσο και η «κανονική» ένωση των δύο επαρχιών, της κανονικώς διαποιμαινομένης και της κατεχομένης. Η κατοχή αυτή θα πρέπει να εξωτερικεύεται με την μορφή της πλήρους και διαρκούς διαποιμάνσεως της περιοχής μέσω της ασκήσεως εκ μέρους του κατέχοντος επισκόπου όλων των εκ των ιερών κανόνων δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του (τέλεση μυστηρίων, χειροτονιών, εκδίκαση παραπτωμάτων κ.λ.π.). Συνεπώς, ο κανόνας δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση, που η κατοχή εξωτερικεύεται με διαποίμανση, που δεν ασκείται πλήρως ή αδιαλείπτως, πολλώ δε μάλλον όταν δεν ασκείται ούτε πλήρως ούτε αδιαλείπτως.

γ) η άσκηση της κατοχής επί τριάντα έτη, χωρίς καμία όχληση την περίοδο αυτήν από τον «κανονικό» επίσκοπο. Εάν υπάρξει όμως κάποια όχληση από τον «κανονικό» επίσκοπο, τότε αυτή εξετάζεται από το αρμόδιο συνοδικό όργανο και:

1) αν η όχληση υποβλήθηκε εντός  των τριάντα ετών και γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί του «κανονικού» επισκόπου, η χρησικτησία διακόπτεται και ο κανονικός επίσκοπος επανακτά το δικαίωμα ασκήσεως κανονικής δικαιοδοσίας επί της κατεχομένης επαρχίας του. Αν δεν γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί του «κανονικού» επισκόπου, τότε η κατεχόμενη επαρχία προσκυρώνεται στην κανονική δικαιοδοσία του κατέχοντος επισκόπου.

2) αν η όχληση υποβλήθηκε εκτός  των τριάντα ετών, η όχληση απορρίπτεται και επικυρώνεται η συντελεσθείσα χρησικτησία και η κατεχόμενη επαρχία προσκυρώνεται στον κατέχοντα επίσκοπο.

Αυτονόητο θεωρείται ότι για την θεμελίωση της χρησικτησίας θα πρέπει ο «κανονικός» επίσκοπος να απέχει από την διαποίμανση της «αδέσποτης» περιοχής εν γνώσει του και όχι για λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του (όπως για παράδειγμα όταν υφίσταται ζήτημα ασθενείας ή όταν πρόκεται για σχολάζουσα επισκοπή) ή από άγνοια, διότι στην τελευταία περίπτωση θα σήμαινε ότι ο «κανονικός» επίσκοπος δεν γνώριζε ότι θα έπρεπε να διαποιμαίνει την «αδέσποτη» περιοχή, πράγμα πρακτικώς και λογικώς αδύνατον.

δ) η κατοχή με καλή πίστη της «αδέσποτης» περιοχής από τον κατέχοντα επίσκοπο. Τούτο σημαίνει ότι ο επίσκοπος δεν πρέπει να μην αγνοεί από βαρεία αμέλεια, ότι η περιοχή αυτή δεν είναι «αδέσποτη» και ότι διαποιμαίνεται κανονικώς από τον «κανονικό» επίσκοπό της,           

      Ο κανόνας αναφέρεται στο επίπεδο κανονικής δικαιοδοσίας της επισκοπής, αναλογικώς, όμως, εφαρμόζεται και στα άλλα επίπεδα κανονικής δικαιοδοσίας, της Μητροπόλεως και της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, ώστε:

α) εάν Μητρόπολη μέσω εκλεγέντος σ’ αυτήν επισκόπου κατέχει και διαποιμαίνει επί τριάντα έτη αβιάστως επισκοπική περιφέρεια, που είναι από πλευράς διαποιμάνσεως «αδέσποτη» ένεκα της αδιαφορίας της Μητροπόλεως στην οποία «κανονικώς» ανήκει, τότε η περιφέρεια αυτή περιέρχεται μετά την συμπλήρωση των τριάντα ετών στην κανονική δικαιοδοσία της Μητροπόλεως, που την κατέχει και την διαποιμαίνει μέσω του επισκόπου της.

β) εάν Αυτοκέφαλη Εκκλησία κατέχει και διαποιμαίνει μέσω του εκλεγέντος σ’ αυτήν επισκόπου της επί τριάντα έτη αβιάστως επισκοπική περιφέρεια, που είναι από πλευράς διαποιμάνσεως «αδέσποτη» ένεκα της αδιαφορίας της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας στην οποία «κανονικώς» ανήκει, τότε η περιφέρεια αυτή περιέρχεται μετά την συμπλήρωση των τριάντα ετών στην κανονική δικαιοδοσία της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας που την κατέχει και την διαποιμαίνει μέσω του επισκόπου της.

Εάν και στις δύο περιπτώσεις εγερθεί αμφισβήτηση περί της επί τριακονταετία κατοχής – διαποιμάνσεως, τότε το ζήτημα εξετάζεται στην μεν πρώτη περίπτωση από τη σύνοδο της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, στην δε δεύτερη περίπτωση από όργανο, που η αυθεντία του  αναγνωρίζεται είτε από τις εμπλεκόμενες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου είτε – σε περίπτωση ασυμφωνίας αυτών – από την Ορθόδοξη Εκκλησία, πάντοτε όμως υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

      Συνεπώς, το ερώτημα προς απάντησιν είναι: Που στηρίζει κάθε μία από τις δύο εμπλεκόμενες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες το δικαίωμα της για άσκηση κανονικής δικαιοδοσίας επί της γεωγραφικής περιοχής του κράτους του Κατάρ. Στους σχετικούς ιερούς κανόνες που ρυθμίζουν τα γεωγραφικά όρια της κανονικής δικαιοδοσίας; Η΄ στους αντίστοιχους για την χρησικτησία επί επισκοπής;

Γ. Η προς επίλυσιν διαδικασία

Η διαδικασία, η οποία θεωρώ ότι είναι η πλέον πρόσφορη για την επίλυση του ζητήματος, είναι η εξής:

Αποστολή επιστολής – προσκλήσεως από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις δύο εμπλεκόμενες Εκκλησίες για τον ορισμό εκπροσώπων εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, που θα συμμετάσχουν στην διαδικασία επιλογής των μελών Ειδικής Επιτροπής Διαιτησίας, η οποία θα συγκροτείται από έναν Ιεράρχη του Οικουμενικού Πατριαρχείου και ειδικούς επιστήμονες.

Επιλογή κοινή συναινέσει των μελών της Επιτροπής με ταυτόχρονη δέσμευση από τις δύο εμπλεκόμενες Εκκλησίες διά των εκπροσώπων αυτών αποδοχής της αποφάσεως, που θα εκδώσει η Επιτροπή, κατ’ εφαρμογήν των ιερών κανόνων περί συναινετικής επιλογής δικαστών (βλ. τους κανόνες 122ο και 125ο της συνόδου της Καρθαγένης σε Α. Βαβούσκου, Κώδικας Νομοκανονικός. Ιεροί Κανόνες – Βυζαντινό Δίκαιο – Κανονικά Παραπτώματα, εκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2016, σ. 166), διαδικασία η οποία αποκλείει την αμφισβήτηση της κρίσεως των επιλεγέντων δικαστών και συνακόλουθα την άσκηση εκκλήτου.

Σύνταξη Κανονισμού Εργασιών της Επιτροπής.

Σύγκληση της Επιτροπής και αποστολή επιστολής – προσκλήσεως προς τις δύο εμπλεκόμενες Εκκλησίες να προσκομίσουν όλα τα στοιχεία, που διαθέτουν και θεμελιώνουν κατά την άποψή τους το δικαίωμα κανονικής δικαιοδοσίας τους επί της περιοχής του Κατάρ:

α) κυρίως, βάσει των ορίων δικαιοδοσίας που καθορίζουν οι ιεροί κανόνες ή τυχόν σχετικές αποφάσεις της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Στην περίπτωση αυτή, κάθε εμπλεκόμενη εκκλησία θα πρέπει να προσκομίσει επιπροσθέτως και όλα τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της και τα οποία αποδεικνύουν ότι ανέκαθεν  διαποίμαινε και στην πράξη την διαφιλονικούμενη περιοχή.

β) άλλως και όλως επικουρικώς, βάσει των κανόνων περί χρησικτησίας. Στην περίπτωση αυτή, κάθε εμπλεκόμενη εκκλησία θα πρέπει να προσκομίσει τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της και τα οποία αποδεικνύουν ότι κατέχει επί τριάντα τουλάχιστον έτη την διαφιλονικούμενη περιοχή, χωρίς να εγερθεί ουδεμία αμφισβήτηση από άλλη Εκκλησία ή αν έχει εγερθεί τέτοια αμφισβήτηση, ότι αυτή είναι εκπρόθεσμη (δηλαδή πέραν της τριακονταετίας).

Εξέταση εντός προθεσμίας (π.χ. τριών μηνών) των προσκομισθέντων στοιχείων και έκδοση του σχετικού Πορίσματος. Από την κοινοποίηση του Πορίσματος στις δύο Εκκλησίες, αυτές οφείλουν να συμμορφωθούν και να εκτελέσουν όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για την εφαρμογή του.

      Σε περίπτωση, που οι δύο εμπλεκόμενες Εκκλησίες δεν αποδεχθούν τη συμμετοχή τους στην διαδικασία αυτή, το ζήτημα μετατρέπεται από διαφορά μεταξύ δύο Εκκλησιών σε διαφορά μείζονος σημασίας, οπότε εκφεύγει της αρμοδιότητας των δύο αυτών Εκκλησιών και απαιτείται η παρέμβαση συνοδικού οργάνου, που να εκφράζει και να εκπροσωπεί την Ορθόδοξη Εκκλησία. Κατ’ αναλογική, δε, εφαρμογή τόσο του 17ου κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου όσο και του 25ου της Πενθέκτης Οικουμενικής συνόδου, και εφόσον πρόκειται για διαφορά μεταξύ Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, αρμόδιο για την επίλυση της διαφοράς είναι όργανο πανορθόδοξης αυθεντίας και εμβέλειας, το οποίο θα συγκληθεί και θα συνεδριάσει υπό τον συντονισμό του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αυτονόητο, ότι από τη σύνθεσή του θα εξαιρεθούν οι Προκαθήμενοι των δύο εμπλεκομένων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών ή οι εκπρόσωποι αυτών.

Το όργανο αυτό θα ακολουθήσει την ίδια ως άνω διαδικασία, πλην βεβαίως του τμήματος που αφορά την κοινή συναινέσει επιλογή των μελών της Επιτροπής, και θα εκδώσει αντιστοίχως Πόρισμα, το οποίο θα πρέπει να εφαρμοσθεί από τις δύο εμπλεκόμενες Εκκλησίες. Το Πόρισμα αυτό δεν θα υπόκειται επίσης σε έκκλητο ή οποιαδήποτε άλλη μορφή αμφισβητήσεως, καθόσον το όργανο αυτό θα είναι το ανώτατο τακτικό δικαιοδοτικό όργανο της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

      Έχω την αίσθηση ότι οι ιεροί κανόνες, που αναφέρθηκαν παραπάνω, παρέχουν τα απαραίτητα εχέγγυα για την επίλυση του ζητήματος, που δημιουργήθηκε σε σχέση με την κανονική δικαιοδοσία του κράτους του Κατάρ. Είτε ακολουθηθεί η διαδικασία της διαιτητικής επιλύσεως είτε η διαδικασία της επιλύσεως μέσω συνοδικού οργάνου πανορθόδοξης εμβέλειας. Πάνω απ’ όλα, όμως, δεν θα πρέπει να λησμονείται, ότι οι Πατέρες της Δ΄ και της Πενθέκτης Οικουμενικής συνόδου με τους 17ο και 25ο κανόνες αντιστοίχως ορθοτόμησαν τον λόγον της αληθείας και επέλυσαν το αναφυέν ζήτημα της διαποιμάνσεως «αδέσποτων» ποιμαντικώς περιοχών από τον μη «κανονικό» επίσκοπο με τρόπο πρακτικό και ρεαλιστικό, εισάγοντας ρύθμιση αντίθετη προς τους κανόνες περί ορίων κανονικής δικαιοδοσίας.