Εἶμαι πεπεσμένος, ὅτι στό πρόσωπο τοῦ ἐσχάτως κοιμηθέντος μητροπολίτη Σταγῶν καί Μετεώρων Σεραφείμ ἔχει πλήρη ἐφαρμογή ἡ ἐξαγόρευση τοῦ Ἀπο­στόλου Παύλου πρός τό μαθητή του Τιμόθεο: «Τόν ἀγῶνα τόν καλόν ἠγώ­νι­σμαι, τόν δρόμον τετέλεκα, τήν πίστιν τετήρηκα·  λοιπὸν ἀπόκειταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος...» (Β΄ Τιμ. δ 7,8).

Πράγματι ὁ μακαριστός ἱεράρχης ἀγωνίστηκε καί, νομίζω, ἐπέτυχε νά πο­ρευτεῖ ἐπί τά ἴχνη τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν, ὥστε νά ἀποκτήσει τίς ἀρετές ἐκείνου.

Εἶχα τήν τύχη νά ἐπικοινωνῶ συχνά καί νά ἀναστρέφομαι μαζί του κατά τό διάστημα τῆς 17ετοῦς  γνωστῆς δοκιμασίας του, ἀλλά καί μετέπειτα ὡς μητροπολίτη Σταγῶν καί Μετεώρων. Θαύμασα στό πρόσωπό του τήν ἀταλάντευτη πίστη, τήν ὑπομονή, τήν ἁπλότητα καί ἀκεραιότητα, τήν ὀλιγάρκεια, τήν ἀφιλαρ­γυρία, τή φιλαδελφία, τό ἀσκητικό φρόνημα, τήν ἀγάπη, πού συγκεφαλαιώνει ὅλες τίς ἀρετές καί ἀποτελεῖ τήν πηγή καί τήν κορωνίδα τους.

Δύο ἁπλές στολές ἀποτελοῦσαν τό σύνολο τῶν ἀρχιερατικῶν ἀμφίων του, ἴσα - ἴσα γιά νά μπορεῖ νά ἱερουργεῖ, ὅταν ἡ μία χρειαζόταν καθάρισμα. Ἀμέσως μετά τήν ἐνθρόνησή του στή μητρόπολη Σταγῶν καί Μετεώρων κάποιοι φίλοι τοῦ δώρησαν χρυσοποίκιλτα ὠμοφόρια καί ἐπιτραχήλιο. Οὐδέποτε τά χρησιμοποίησε! Ἄγνωστο τί ἀπέγιναν.

Ἀπό τό μισθό του χρησιμοποιοῦσε ἕνα μικρό ποσό γιά τή λιτή διατροφή καί τά ἀναγκαῖα πρός ἐπιβίωση. Τά ὑπόλοιπα χρήματα διέθετε σέ ἐνδεεῖς καί ἀναξι­οπαθοῦντες. Ἀνεχώρησε ἀπό τή γῆ τελείως ἀκτήμων, ὅπως ἁρμόζει στούς συνε­πεῖς μοναχούς. Ἀκτημοσύνη, παρθενία, ὑπακοή εἶναι τό μοναχικό τρίπτυχο.

Ὑπῆρξε ἀφοπλιστικά εἰλικρινῆς. Ἡ εὐθύτητα. ἡ ἀμεσότητα καί ἡ ἀκεραι­ότητα τόν συνόδευαν καθόλο τό βίο του. Δέν ὑπῆρξε ποτέ διπλωμάτης, τοῦ ἦταν ἀδύνατο νά ὑποκριθεῖ. Ἦταν αὐτό, πού ἔλεγε, ἔπραττε αὐτό, πού ἔλεγε. Βεβαίως αὐτή ἡ τακτική κατά κόσμον ἀποκαλεῖται ἀφέλεια καί κοστίζει. Ὁ μαρτυρικός ἐπίσκοπος πλήρωνε ἐπί 17 συναπτά ἔτη τίς συνέπειες τῆς παρρησίας καί τῆς ἄδολης εἰλικρινείας του.

Στή ζωή ὅμως τοῦ συνειδητοῦ καί ἀγωνιζομένου χριστιανοῦ αὐτό εἶναι δεδομένο: «Πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται˙ πονηροί δέ ἄνθρωποι καί γόητες προκόψουσιν ἐπί τῷ χεῖρον, πλανῶντες καί πλανώμενοι», προφητεύει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. (Β΄ Τιμ. γ΄12,13).

Ἡ εὐθύτητα, ἡ ἡθική συγκρότηση καί ἡ πραότητα τοῦ ἱεράρχη καθρεπτιζόταν στό ἐκφραστικό βλέμμα του!  Ὅσες φορές ἀντίκρυσα τά μάτια του, πάντα ἠχοῦσαν στα αὐτιά μου οἱ στίχοι τοῦ ἐθνικοῦ μας βάρδου Κωστῆ Παλαμᾶ, πού ἀναφέρονται στόν αὐτοκράτορα τοῦ Βυζαντίου Βασίλειο Β΄, τό Βουλγαροκτόνο:

«... λάμπει ἡ χαρά στά μάτια του κι εἶναι τό κοίταγμά του

ἴσιο, καθάριο καί τρυπᾶ καί μέσα τους δέ στέκει

τό κρύψιμο τοῦ πονηροῦ, τό θόλωμα τοῦ χαύνου...».

Ἐγνωσμένη ὑπῆρξε καί ἡ σύνεση στήν ἀντιμετώπιση τῶν ἀνακυπτώντων προβλημάτων κατά τή διαποίμανση τῆς μητρόπολης. Ὅταν κληρικοί τῆς ἐπαρχίας του ἐπιχείρησαν νά ὑπονομεύσουν τό ἔργο του, ἐνήργησε μέ σοφία, μακροθυμία καί ἀνεξικακία, ὅπως ἀκριβῶς ὁ πατέρας, πού ἀγαπᾶ καί ἐνδιαφέρεται γιά τή σωτηρία τῶν τέκνων του. Χωρίς νά ἐπιτρέψει εὐόδωση τῶν σχεδίων τους, ἀπέφυγε τήν ἐπιβολή ποινῶν καί ἐπιτιμίων, ἄν καί ἦταν στήν ἀπόλυτη δικαιοδοσία του˙ τούς ἄφησε νά αὐτοτιμωρηθοῦν, «ἵνα πληρωθῇ» τό ψαλμικό : «Ἐπιστρέψει ὁ πόνος αὐτοῦ εἰς κεφαλήν αὐτοῦ καί ἐπί κορυφήν αὐτοῦ ἡ ἀδικία αὐτοῦ καταβήσεται» (Ψαλμ. ζ΄,7).

Κατά τήν ἐξόδιο ἀκολουθία τοῦ μακαριστοῦ Σεραφείμ ἐκφωνήθηκαν 4 ἐπικήδιοι λόγοι. Στίς περιπτώσεις αὐτές συνηθίζεται νά ὡραιοποιοῦνται τά ἐπί γῆς πεπραγμένα τοῦ κοιμηθέντος, κατά τή γνωστή φράση «ὁ ἀποθανών δεδικαίωται». Στήν περίπτωση τοῦ Δεσπότη μας οἱ ὁμιλητές ( καί ἦταν ὅλοι ἐξαίρετοι) λάλησαν ἁπλῶς τήν ἀλήθεια˙ ἔφθανε ἡ ἀνεπιτήδευτη ἀλήθεια, γιά νά καταδειχτεῖ τό οὐσιῶδες ἔργο καί τό ψυχικό μεγαλεῖο τοῦ ἐκλιπόντος ἀνδρός. Ἄν ἐπιχειρήσω καί ἐγώ νά ἀναφερθῶ στή ζωή καί τό ἔργο του, θά ἀναγκαστῶ νά ἐπαναλάβω ὅσα ἀπό ἐκείνους εἰπώ­θηκαν˙ αὐτό ἀκριβῶς θέλω νά ἀποφύγω.

Ἀπό τήν πλευρά μου θέλησα ἁπλῶς νά παραθέσω λίγα ἀπ̉ ὅσα «οἶδα καί ἀκήκοα καί αἱ χεῖρες μου ἐψηλάφησαν» κατά τήν ἀναστροφή, πού εὐτύχησα νά ἔχω μαζί του. Τό πράττω ὡς ἐλαχίστη προσφορά καί εὐλαβικό μνημόσυνο σ̉  ἐκεῖνον.

«ἔνδον ἐπουρανίου ναοῦ

 ὡς ἱεράρχης εὐλαβής εἰσεληλύθας,

τήν πράξιν καί θεωρίαν τάς τῆς σοφίας ἀρχάς

ὡς στολήν ἁγίαν περικείμενος.

Καί νῦν εἰς τό ἄνω θυσιαστήριον, ὅσιε,

ἱερατεύων καί Θεῷ παριστάμενος

καί τήν ἄυλον λειτουργίαν γευόμενος,

μέμνησο, συμπαθέστατε, παμμάκαρ τῆς ποίμνης σου

καί τῶν τιμώντων σε, πάτερ, ἀπό καρδίας εὐγνώμονος,

Χριστόν ἱκετεύων, τόν παρέχοντα τῷ κόσμῳ τῷ μέγᾳ ἔλεος».