Χιλιάδες ήσαν και εφέτος οι ευλαβείς προσκυνητές που κυριολεκτικά κατέκλυσαν την Ιερά Μονή Πανορμίτου, η οποία ως γνωστόν άγει την μεγάλη πανήγυρή της την 8η Νοεμβρίου, ημέρα «της συνάξεως των Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ και πασών των επουρανίων Δυνάμεων ασωμάτων». Αρκετές ημέρες νωρίτερα άρχισε η προσέλευση των πιστών, προκειμένου να τύχουν της ιδιαιτέρας ευλογίας, ώστε να παρευρίσκονται την λαμπρή αυτή ημέρα στο Μοναστήρι του εορτάζοντος Αρχαγγέλου Μιχαήλ του Πανορμίτου.

Τα πλοία που προσέγγισαν στον απάνεμο όρμο της Μονής τις μέρες αυτές, διευκολύνθηκαν από τον εύδιο καιρό, ο οποίος συνετέλεσε τα μέγιστα, με αποτέλεσμα η προσέλευση να ξεπεράσει κάθε προηγούμενο, ανεβάζοντας τον αριθμό των προσκυνητών του τριημέρου, περίπου στις δέκα χιλιάδες. Το προβάδισμα της παρουσίας κατείχαν τα γειτονικά νησιά του Δωδεκανησιακού συμπλέγματος, με προεξάρχοντα την Ρόδο, Κω, Κάλυμνο, Λέρο, αλλά και δεκάδες άλλες περιοχές κάθε γωνιάς της Πατρίδος μας.

Την παραμονή και ώρα 18:00, ετελέσθη ο Μέγας Πανηγυρικός Εσπερινός της εορτής, προεξάρχοντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Χρυσοστόμου, συμπαραστατουμένου από τον Ηγουμενεύοντα της Μονής π. Ιερόθεο Κοενάκη, τον Γενικό Αρχιερατικό Επίτροπο Πρωτοπρ. Στέφανο Μακρή και τους λοιπούς Κληρικούς της Σύμης. Προ της Απολύσεως, ο Σεβασμιώτατος με εμπνευσμένη ομιλία του, ανέπτυξε την ορθόδοξη διδασκαλία περί των αγίων Αγγέλων, ώστε να ωφεληθούν οι πιστοί ακροώμενοι και τον θείον λόγον.

Μετά τον Εσπερινό, ακολούθησε ο Παρακλητικός Κανόνας «εις τον Αρχάγγελον Μιχαήλ, προστάτην της Σύμης και πάσης Δωδεκανήσου», ποίημα του λογίου Αρχιμανδρίτου Φιλαρέτου Βιτάλη εκ Σίφνου, ο οποίος συνέθεσε το έξοχο τούτο υμνογράφημα το 1980, όταν για λίγο διάστημα διηκόνησε θεοφιλώς και ανιδιοτελώς την Ι. Μονή.

Προ του Μεσονυκτίου, υπό το ιλαρόν φως των εκατοντάδων καντηλιών στο κατάμεστο Καθολικό, ο π. Στέφανος ετέλεσε με άκρα κατάνυξη την ιερά Αγρυπνία και τέλος την Θ. Λειτουργία, για να δοθεί έτσι στους πολυπληθείς προσκυνητές η ευκαιρία της προσευχής και της εν ησυχία μεταλήψεως, των Αχράντων Μυστηρίων. Πραγματικά, επί μία και πλέον ώρα προσέρχονταν στην Θ. Κοινωνία υπομονετικά οι πιστοί, αξιοποιώντας κατά τον καλύτερο τρόπο την πνευματική αυτήν ευκαιρία.

Την επομένη, κυριώνυμον ημέρα της Εορτής, περί την 07:00 άρχισε ο Πανηγυρικός Όρθρος και ακολούθησε η Αρχιερατική Θ. Λειτουργία, την οποίαν ετέλεσε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας. Μετά την Απόλυση, γύρω στις 11:00, πραγματοποιήθηκε κυκλόθεν της Ι. Μονής, η Λιτάνευσις της Εικόνος του Ταξιάρχου Μιχαήλ, περιστοιχιζομένης από τιμητικό στρατιωτικό άγημα και την μπάντα του Δήμου Ροδίων. Παρόντες ήσαν και οι εκπρόσωποι των Αρχών της Σύμης και Ρόδου με επικεφαλής τον Δήμαρχο Συμαίων κ. Ελ. Παπακαλοδούκα.

Ξέχωρη παρουσία εφέτος, ήταν εκείνη του Αρχηγού του Λιμενικού Σώματος Αντιναυάρχου Κ. Σούλη, επιβεβαιώνοντας την εντόπια παλαιά παράδοση, που θέλει τον Αρχάγγελο της Σύμης προστάτη και των ναυτικών μας. Προς επιβεβαίωση τούτου, καθ’ όλη την διάρκεια της Λιτανείας, τα αγκυροβολημένα στην προκυμαία πλοία συνόδευαν την πομπή, με τους χαρούμενους συριγμούς τους, αναμεμιγμένους με τις πανηγυρικές κωδωνοκρουσίες του ιστορικού Καμπαναριού του Πανορμίτη.

Όταν η Ιερά Πομπή έφθασε έμπροσθεν του Ηρώου του εθνομάρτυρος Ηγουμένου της Μονής Αρχιμ. Χρυσάνθου Μαρουλάκη και των δύο άλλων εκτελεσθέντων ηρώων υπό των Ιταλών το 1944, σταμάτησε, και ετελέσθη νεκρώσιμον Τρισάγιον υπέρ αναπαύσεως των ψυχών τους. Στο τέλος, η μπάντα παιάνισε τον Εθνικόν Ύμνο, στο άκουσμα του οποίου ιερή συγκίνηση κατέλαβε τις ψυχές του παρισταμένου πλήθους.

Μετά την λήξη της τελετής, η Μεγάλη φιλόξενη Τράπεζα του Πανορμίτη, όπως κάθε χρόνο, ανοίγει τις πύλες της για να παρακαθίσουν στο εορταστικό γεύμα όλοι οι προσκυνητές. Εθελοντικά προσφερόμενοι έμπειροι μάγειροι, δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους και παρασκευάζουν δουλεύοντας εντατικά όλη την προηγούμενη νύχτα, υπέρογκες ποσότητες φαγητού, προκειμένου να επαρκέσουν για όλον τον κόσμο. Στην εφετεινή πανήγυρη, υπολογίστηκε ότι προσεφέρθησαν περίπου τρεις χιλιάδες μερίδες φαγητού.

Μετά το μεσημέρι τα καράβια γεμάτα, ένα μετά το άλλο αναχωρούν για να επιστρέψουν στα λιμάνια απ’ όπου ξεκίνησαν τους ανθρώπους, που τις προηγούμενες μέρες ήρθαν στην θαλασσόβρεχτη Μονή, ικέτες στην Χάρη του Αρχαγγέλου. Παρατηρώντας κανείς τους επιβαίνοντες, κατανοεί την μεγάλη ιδιαιτερότητα αυτού του ταξειδιού. Ανακουφισμένες ψυχές και χαρούμενες, πρόσωπα φωτεινά και ιλαρά, των οποίων μέχρι και η επιβίβαση στα πλοία, γίνεται θαρρείς μια ιδιότυπη ιεροτελεστία. Εμφανώς συγκινημένοι, υπό τους ήχους του μοναδικής τέχνης Καμπαναριού, σταυροκοπιούνται με δέος, ευχαριστώντας τον αγαπημένο τους ουράνιο Προστάτη, για την μυστική απάντηση, που καθένας έλαβε στη θερμή ικεσία του, εκεί μπροστά στην υπερκόσμια θεϊκή μορφή της θαυματουργής Αρχαγγελικής Εικόνας Του.

Οι φιγούρες των καραβιών σιγά-σιγά ξεμακραίνουν απ’ την Μονή που ο ίδιος διάλεξε για κατοικία, και οι γλυκόηχες καμπάνες της σίγουρα, δεν ακούγονται μέχρι εκεί. Οι δεήσεις όμως του λειτουργού «υπέρ του σύμπαντος κόσμου» στο ήρεμο πια Καθολικό, συνεχίζονται και τούτη την ώρα του Εσπερινού. Οι ψυχές που συμμετέχουν, καθικετεύουν θερμά, ενστερνιζόμενες τα χαραγμένα λόγια της μαρμαρόπλακας του Ναού: «Τους ευσεβείς φύλαττε ως Ταξιάρχης, τους εν θαλάσση πλέοντας ευόδωσον ως πρωτοστάτης. Τους εν νόσοις ίασαι, πάντας τους εισερχομένους εις τον Ναόν σου ενθάδε και ευρισκομένους και τους πόρω καλούντας σε βοήθησον εν τάχει, ίνα τιμώσι την σην μεγίστην Χάριν».