Το Αmen.gr στάθηκε από την πρώτη στιγμή σθεναρά στο πλευρό των προσπαθειών του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Έχουμε την πεποίθηση ότι είναι έργο του Αγίου Πνεύματος και ότι η συμβολή του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου στο ιστορικό αυτό γεγονός ήταν καθοριστικής σημασίας. Κρίθηκε, επικρίθηκε (ευτυχώς από ελαχίστους και μάλλον τους συνήθεις διαφωνούντες με καθετί ταράζει τα λιμνάζοντα ύδατα), αλλά τελικά η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος πέρασε με χρυσά γράμματα στους τόμους της ιστορίας αλλά και στις αναζητήσεις του μέλλοντος.

Με αφορμή τη συμπλήρωση ενός έτους από τις εργασίες της Συνόδου αυτής αναζητήσαμε εναν άνθρωπο που επάξια στάθηκε στο πλευρό του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου ως πρώτος εκ των Συμβούλων της Αντιπροσωπείας του Θρόνου στο ιερό αυτό γεγονός. Πρόκειται για τον Επίσκοπο Χριστουπόλεως Μακάριο. Έναν ικανό και αφοσιωμένο ιεράρχη του Θρόνου, δοκιμασμένο στη σχέση του με την επιστήμη και την εκκλησιαστική παιδεία, καθηγητή της Πατριαρχικής Ακαδημίας Κρήτης και κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής της Αυτονόμου Εκκλησίας της Εσθονίας, λόγιο, πολυγραφότατο, με απόψεις που ταράσσουν με την παραδοσιακότητά τους τη "ζηλωτική" πραγματικότητα. Τον παρακαλέσαμε να μας μιλήσει για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο ένα χρόνο μετά τη λήξη των εργασιών της.

Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης:

Θεοφιλέστατε, συμπληρώθηκε ήδη ένας χρόνος από τη σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Θα μπορούσε να γίνει μία αποτίμηση της ιστορικής αυτής Συνόδου για την πορεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας;

Πολύ σωστά το θέσατε στο ερώτημα σας, ότι ήταν όντως μια μεγάλη και ιστορική στιγμή για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος δεν είναι ένα γεγονός που μπορεί πια να παραθεωρηθεί. Όλοι όσοι θα ακολουθήσουν θα αναφέρονται και θα παραπέμπουν σ’ αυτήν και στις αποφάσεις της. Ήταν αίτημα όλης της Ορθοδοξίας, η υλοποίηση του οποίου χρειάστηκε πάνω από πενήντα χρόνια προετοιμασίας και ωρίμασης. Ήταν καρπός του Αγίου Πνεύματος, διότι, παρά τις παλαιότερες προσπάθειες και παρά τις δυσκολίες, ακόμη και μέχρι τις παραμονές της Συνόδου, τελικώς το έργο πραγματοποιήθηκε στο συγκεκριμένο χώρο, το συγκεκριμένο χρόνο. Πιστεύω ακράδαντα ότι το χέρι του Θεού κατηύθυνε το έργο αυτό. Μελετήθηκαν έξι θέματα και έγινε μια αρχή. Ο δρόμος άνοιξε, η Εκκλησία προχώρησε, τόλμησε, διαλέχτηκε, συνήλθε και αποφάσισε. Αυτό, εξάλλου, που εκφράζει και την ομορφιά όλης της προσπαθείας είναι ότι τελικώς πραγματοποιήθηκε και μας έδωσε κάτι καινούργιο για το μέλλον. Μια πρακτική η οποία βασίζεται στα παλαιά, δηλαδή στα δεδομένα των Οικουμενικών και τοπικών Συνόδων, αλλά, παράλληλα, δίχως να καταργεί τα παλαιά, προσφέρει κάτι νέο. Ανοίγει ένα δρόμο για μια νέα πορεία. Τώρα η Εκκλησία γνωρίζει και πάλι πώς θα κινηθεί και πώς να αποφασίσει στο σύνολό της για ζητήματα που την απασχολούν. Πρέπει, λοιπόν, να είμαστε ευγνώμονες σε όλους αυτούς που κουράστηκαν και εργάστηκαν για να φτάσουμε στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Είναι γνωστό, βέβαια, σε όλο τον ορθόδοξο κόσμο ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο ηγήθηκε αυτής της προσπαθείας, ο δε Πατριάρχης Βαρθολομαίος ήταν ο ιθύνων νους για την ολοκλήρωση αυτού του έργου. Το έμπρακτο ενδιαφέρον του και η εκκλησιαστική του ευσυνειδησία οδήγησαν στο αίσιο τέλος. Δόξα τω Θεώ.  

Αυτή η Σύνοδος ήταν σημαντική για τον απλό λαό, δηλαδή άγγιξε την κοινωνία, ή αποφασίσατε για θέματα που έχουν να κάνουν μόνο με σας;

Κάποια από τα κείμενα σχετίζονται άμεσα με το λαό, κάποια άλλα αναφέρονται στη διοικητική ζωή της Εκκλησίας, όπως είναι, για παράδειγμα, το κείμενο περί του Αυτονόμου. Σημαντικότατα και μοναδικά θεωρώ τα δύο κείμενα που βγήκαν από το Ιερό Σώμα. Το ένα είναι η Εγκύκλιος και το άλλο είναι το Μήνυμα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου προς τον Ορθόδοξο λαό και κάθε άνθρωπο καλής θελήσεως. Σ’ αυτά τα δύο κείμενα αποκρυσταλλώνεται το ήθος και το πνεύμα της Συνόδου, αλλά και γενικότερα καταγράφεται η μαρτυρία της Εκκλησίας στο σύγχρονο κόσμο. Παρακαλώ και προτρέπω όσους δεν τα έχουν διαβάσει να τα μελετήσουν. Θα αισθανθούν υπερήφανοι που είναι Ορθόδοξοι χριστιανοί και θα αναπαυθούν με το έργο των Πατέρων μας στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο.

Μπορείτε να μας δώσετε μια γενική και σύντομη περιγραφή των κειμένων και αποφάσεων της Συνόδου;

Τα κείμενα γενικώς αποπνέουν ζωντάνια και δυναμισμό, σαφέστατα εκφράζουν την εμπειρία και την πορεία σχεδόν πενήντα χρόνων εντατικής εργασίας, όπως προανέφερα. Αλλά αυτό είναι κάτι που προσμετρείται στα θετικά. Δεν συντάχτηκαν σε μία μέρα. Ωστόσο, δεν είναι κείμενα δημοσιογραφικά ή εγκυκλοπαιδικά. Εκφράζουν μια εμπειρία πνεύματος και ζωής.

Τα δύο κείμενα περί Διασποράς και Αυτονόμου σχετίζονται με διοικητικά και πρακτικά ζητήματα της εκκλησιαστικής ζωής. Το κείμενο σχετικά με την αποστολή της Εκκλησίας στο σύγχρονο κόσμο ουσιαστικά καταθέτει και οριοθετεί την συμβολή της Ορθοδοξίας στην επικράτηση της ειρήνης, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της ισότητας και της αγάπης μεταξύ των λαών καθώς και στην άρση των φυλετικών διακρίσεων. Στο κείμενο αυτό γίνεται νύξη στα θέματα της αξίας του ανθρωπίνου προσώπου, της οικολογικής κρίσης καθώς και σε ζητήματα βιοηθικής.

Δεν θα μπορούσαν να μελετηθούν θέματα βιοηθικής, τα οποία είναι επίκαιρα και απασχολούν πολύ κόσμο ακόμη και μη ορθόδοξο;

Σε αυτή τη φάση όχι, δεν ήταν εφικτό, διότι είχε ήδη καθοριστεί ο κατάλογος των θεμάτων. Τα βιοηθικά ζητήματα είναι όντως επίκαιρα και πιστεύω ότι η Εκκλησία πρέπει να ασχοληθεί περισσότερο. Υπάρχει έντονο ενδιαφέρον ακόμη και από την επιστημονική κοινότητα να ακούσει τη φωνή της Εκκλησίας και είμαι σίγουρος ότι, αν χειριστούμε την ευκαιρία αυτή σωστά, θα καταφέρουμε, μέσα από τη βιοηθική, να κτίσουμε γέφυρες προς τον κόσμο της Επιστήμης, που τώρα τον κρατούμε λίγο μακριά μας. Αλλά στη φάση αυτή η Εκκλησία δεν ήταν έτοιμη. Θέλω να πιστεύω ότι σε μια επόμενη Αγία και Μεγάλη Σύνοδο τα θέματα της βιοηθικής θα έχουν την κατάλληλη θέση μέσα στην ημερήσια διάταξη. Μέχρι τότε η Διορθόδοξη Επιτροπή Βιοηθικής θα πρέπει να εργαστεί και να προετοιμάσει το έδαφος.

Μακάρι, το ελπίζουμε και το ευχόμαστε. Υπήρχαν άλλα θέματα που συζητήθηκαν;

Ήταν το θέμα της νηστείας, επίσης οι σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με το λοιπό χριστιανικό κόσμο και το ζήτημα του γάμου. Στο κείμενο περί νηστείας καταγράφτηκε η παράδοση της Εκκλησίας μας για το πότε και πώς νηστεύουμε, κάτι πολύ σημαντικό. Καμία περίοδος νηστείας δεν αμφισβητήθηκε. Παράλληλα, δόθηκε η δυνατότητα εφαρμογής της εκκλησιαστικής οικονομίας, στις περιπτώσεις που απαιτείται.

Το κείμενο που παρουσιάζει τις σχέσεις της Εκκλησίας με το λοιπό χριστιανικό κόσμο αναφέρεται στη μαρτυρία της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τους υπολοίπους χριστιανούς, καθώς επίσης και στις προσπάθειες που καταβάλλονται μέσα από τους θεολογικούς διαλόγους. Ας μην ξεχνούμε ότι η ευθύνη της Εκκλησίας για την ενότητα καταγράφεται στις αποφάσεις και την πρακτική των Οικουμενικών Συνόδων. Η Εκκλησία μας θέλει «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν». Ο θεολογικός διάλογος, για τον οποίο κάποιοι αντιδρούν πολύ έντονα, δεν είναι ένα νέο εφεύρημα της Εκκλησίας μας αλλά μια αρχαία αποστολική πρακτική. Δεν μπορείς να είσαι ορθόδοξος και να μην διαλέγεσαι. Ο διάλογος και η επιθυμία της ενότητας είναι υποστατικά χαρακτηριστικά της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Δεν μπαίνω καθόλου στη διαδικασία να σχολιάσω όλους αυτούς που βλέπουν τα πράγματα από τη δική τους πλευρά και προσπαθούν να αποδείξουν «θεολογικώς» ότι είναι λάθος να αγαπάς και να διαλέγεσαι. Αυτό συνιστά έκπτωση του θεολογικού και εκκλησιαστικού έργου.

Σ’ αυτό το κείμενο, όμως, που αναφέρεστε υπήρχαν πολλές αντιδράσεις όσον αφορά τον όρο Εκκλησία.

Υπήρχαν όντως. Σέβομαι όλες τις φωνές, τις ακούω, αλλά, για να τις αποδεχθώ, θα πρέπει να υπάρχουν πειστικά επιχειρήματα, ότι η άλλη γνώμη εκφράζει το ήθος και το πνεύμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Το να παρουσιάζουμε τη γνώμη ενός Αγίου Πατρός ως επιχείρημα, για να κατοχυρώνουμε τις θέσεις μας, δεν εκφράζει αυτονόητα την άποψη της Εκκλησίας. Γιατί υπάρχουν και τα αντίθετα επιχειρήματα από τους Πατέρες. Η Εκκλησία, όμως, είναι αυτή που διασφαλίζει το ήθος, την ορθή διδασκαλία και το ορθό δόγμα. Η Εκκλησία θα μας πει ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος. Στην περίπτωση του συγκεκριμένου κειμένου φάνηκε πως η κατάσταση ξέφυγε από μερικούς αδελφούς, πριν ακόμη τη σύγκληση της Συνόδου, οι οποίοι δεν έχουν καταλάβει ότι το 90% των χριστιανών σε όλο τον κόσμο δεν είναι Ορθόδοξοι. Έχουμε συνειδητοποιήσει που βρισκόμαστε και τι κάνουμε; Δεν γινόταν λοιπόν η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία να μην οριοθετήσει τη σχέση της με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο. Υπήρξαν κάποιες αντιρρήσεις για τη διατύπωση του κειμένου και το σώμα της Μεγάλης Συνόδου έκανε διορθώσεις και βελτιώθηκε το κείμενο. Κάποιοι πάλι δεν έμειναν ευχαριστημένοι. Προσωπικά το θεωρώ υπερβολή, γιατί δεν αισθάνθηκα ότι στη Μεγάλη Σύνοδο ήταν κάποιος Προκαθήμενος ή κάποιος Αρχιερεύς που δεν είχε επίγνωση ότι ανήκει στη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

Υπάρχει η ιδέα από κάποιους ότι τους αιρετικούς πια δεν τους αντιμετωπίζουμε ως αιρετικούς και αυτός είναι και ο βασικός λόγος των αντιδράσεων. Πιστεύουν ότι η Σύνοδος έκανε πολλές εκπτώσεις στα δόγματα και στην διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Είναι όντως έτσι;

Σίγουρα δεν είναι έτσι. Πριν ακόμη γεννηθώ, κάποιοι φώναζαν και έγραφαν ότι έγινε η ένωση και ότι προδίδεται η πίστη. Καμία ένωση δεν έγινε. Ούτε τότε ούτε τώρα. Οι αντιδράσεις που υπάρχουν από κάποιους οφείλονται και στο γεγονός ότι έπεσαν έξω στις προβλέψεις τους. Φώναζαν και κατηγορούσαν τη Μεγάλη Σύνοδο, πριν ακόμη πραγματοποιηθεί, αλλά τελικώς τίποτα από όλα αυτά που έλεγαν δεν έγινε. Και σήμερα αντιμετωπίζουν όλοι αυτοί μια μεγάλη δυσκολία: Πώς θα ενταχτούν και πάλι στην Εκκλησία. Πώς θα ζεσταθούν την Εκκλησία, την οποία από το πρωί ως το βράδυ κατηγορούν. Κάποιοι γίνονται άθελά τους άπιστοι ή αιρετικοί με τον τρόπο που αντιμετωπίζουν τα δόγματα και τη διδασκαλία μας. Το μίσος και ο φόβος που εκφράζουν συνιστά απιστία και κατάλυση της αγάπης. Πρέπει, όμως, να το ξεκαθαρίσουμε μέσα μας ότι το μίσος και η αγάπη δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Ο άνθρωπος που αγαπά, μόνο αγαπά. Κι αυτή είναι η κλήση όλων μας. Να αγαπήσουμε ακόμη και τον εχθρό μας, κατά το λόγο του Χριστού. Διερωτώμαι λοιπόν: Γιατί κάποιοι φοβούνται το ψεύδος; Γιατί τρομάζουν μπροστά στο κακό; Η Εκκλησία μας δεν φοβάται το ψεύδος ούτε τρομάζει μπροστά στο κακό. Το ψέμα δεν είναι πιο ισχυρό από την αλήθεια ούτε το κακό πιο ισχυρό από το καλό. Η στάση όλων μας απέναντι στους αιρετικούς και τους πεπλανημένους πρέπει να είναι στάση αγάπης και ενότητας, χωρίς όμως και υποχώρηση και ενδοτισμό στα θέματα της πίστεως. Και δεν φοβάμαι να το πω και να το ξαναπώ: η Ορθόδοξη Εκκλησία επιδιώκει την ενότητα και τον διάλογο. Δεν προδίδουμε τα δόγματά μας, την πίστη μας, το Θεό μας, το ήθος μας και τις παραδόσεις μας. Αλλά όλα αυτά διδάσκουν ενότητα και αγάπη. Όχι πόλεμο, μίσος και διχασμό. Η στάση κάποιων αδελφών μας Ορθοδόξων απέναντι στους αιρετικούς καθορίζεται από ακρότητες και υπερβολές, οι οποίες είναι ατομικές και αυθαίρετες και στερούνται σίγουρα θεολογικής εμπειρίας και πνευματικής ζωής. Η αγάπη δεν είναι ένα απλό συναίσθημα αλλά ο τρόπος υπάρξεώς μας μέσα στον κόσμο.

Ναι αλλά μπορεί να υπάρξει αγάπη όταν αναφερόμαστε σε θέματα πίστεως;

Κάποιοι ξεχνούν το «ἀληθεύειν ἐν ἀγάπῃ» του Αποστόλου, όταν αναφέρονται σε θέματα πίστεως, και εκδαπανούν όλη τους τη ζωτικότητα στον αγώνα κατά του εχθρού. Αναλώνονται στο να καταδιώκουν τους αιρετικούς και τις αιρέσεις με καθαρά κοσμικούς τρόπους. Έτσι, όμως, η αίρεση δεν καταπολεμείται. Και εδώ θα μπορούσαμε να ανοίξουμε ένα μεγάλο κεφάλαιο, προσδιορίζοντας το τι ακριβώς είναι αίρεση και ποιος είναι ο αιρετικός. Πολλοί έχουν τόσο πολύ αλλοτριωθεί από το «ζήλο» τους υπέρ της Ορθοδοξίας, που φτάνουν στο σημείο να δημιουργούν αιρέσεις και να ανακαλύπτουν αιρετικούς. Ξεχνούμε, όμως, ότι αυτό είναι έργο της Εκκλησίας και μάλιστα της Συνόδου και όχι μεμονωμένων ατόμων ή ομάδων ή αδελφοτήτων ή συγκεκριμένων Ιεραρχών και κληρικών. Είναι έργο και ευθύνη Συνόδου το ποιος είναι αιρετικός και το ποιος όχι. Γι’ αυτό και ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου μιλά ξεκάθαρα για αιρέσεις «κατεγνωσμένες υπό Συνόδου», όχι από τον κάθε ένα που θέλει να χαρακτηρίζει τον Πατριάρχη και τους Επισκόπους ως αιρετικούς. Η αίρεση, λοιπόν, που η  Εκκλησία εξονομάζει, δεν αντιμετωπίζεται με κοσμικά μέσα και τρόπους που μεταχειρίζονται κάποιοι, οι οποίοι αυτόκλητα εμπλέκονται στον αντιαιρετικό αγώνα. Η Εκκλησία μας οφείλει, κατά την ταπεινή μου άποψη, να διδάσκει τους ανθρώπους να αγαπούν το Χριστό. Από αυτή την αγάπη πρέπει να ξεκινήσουμε. Κι από αυτή την αγάπη εξαρτώνται τα πάντα. Όταν θεωρούμε ότι το Α και το Ω  της πίστεώς μας είναι ο πόλεμος εναντίον των αιρέσεων, των σκοτεινών δυνάμεων και του αντιχρίστου, τότε, συγγνώμη, αλλά δεν έχουμε καταλάβει πού ανήκουμε. Όποιος είναι μέσα στην Εκκλησία και δεν αναζητά το Χριστό, αλλά εκδαπανάται σε άλλες αναζητήσεις, χάνει τη ζωή του και αυτοκαταστρέφεται πνευματικά.

Να μην ξεχνούμε ότι ο σταυρός είναι σύμβολο αγάπης και όχι σύμβολο βίας ή τιμωρίας. Αν ακόμη θεωρούμε πως είμαστε στην προ Χριστού εποχή, μπορούμε να μιλούμε για μια Εκκλησία θεοκρατική, που κινείται με βάση τη στυγνή δικαιοσύνη και το μωσαϊκό νόμο. Η Εκκλησία μας, όμως, ως Εκκλησία του Χριστού,  δίδει τη μαρτυρία της αγάπης, η οποία δεν σταυρώνει τους άλλους και δεν θέτει κανένα στο περιθώριο. Η Εκκλησία σταυρώνεται χάριν των φίλων της αλλά και χάριν των εχθρών και των αρνητών της. Όποιος δεν αγαπά τους πάντες πραγματικά, αυτός, κατά την πατερική θεολογία, είναι «ἀσθενής περί τήν πίστιν». Μπορεί να νομίζεις ότι ξέρεις όλα τα δόγματα, ότι ξέρεις τους Πατέρες και τους Ιερούς Κανόνες. Δεν φτάνει όμως αυτό. Χρειάζεται όλα τα θέματα να τα βλέπουμε με αγάπη και δίχως εμπάθεια. Με θετικό λογισμό και καλή διάθεση.

Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος εφέτος, τη βραδιά της Αναστάσεως, από την εξέδρα είπε ένα λόγο πολύ συγκλονιστικό. Είπε ότι ο Χριστός σταυρώθηκε και αναστήθηκε, για να μας πάρει από τη θρησκεία και να μας εισαγάγει στην Εκκλησία. Πολύ δυνατός και βαθύς λόγος. Θα μπορούσε να γραφτεί ολόκληρο βιβλίο πάνω σ’  αυτό. Η Εκκλησία μας δεν είναι μια ακόμη θρησκεία μέσα στις πολλές. Αλλά κάποιοι, παρότι θεωρούν τους εαυτούς τους μέλη της Εκκλησίας μας, δυστυχώς μετέρχονται μέσα και τρόπους θρησκείας, για να αντιμετωπίσουν τους εκτός Εκκλησίας αδελφούς μας. Αυτή η τακτική υποβιβάζει το έργο της Εκκλησίας, που είναι μοναδικό. Για να απαντήσω λοιπόν το ερώτημά σας, υπογραμμίζω ότι, εάν θεωρήσουμε ότι η Ορθοδοξία είναι θρησκεία, τότε δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την αγάπη για τα θέματα της πίστεως. Θα κάνουμε ό, τι κάνουν και οι άλλες θρησκείες, και ξέρετε πολύ καλά τι κάνουν. Αν, όμως, θεωρούμε και πιστεύουμε ότι η Ορθοδοξία δεν είναι θρησκεία, αλλά είναι η Εκκλησία, τότε η αγάπη όχι απλώς δεν πρέπει να απουσιάζει, αλλά θα πρέπει να κυριαρχεί σε όλα τα θέματα, ακόμη και στα θέματα της πίστεως. 

Υπήρξε μία αντίδραση από την Εκκλησία της Γεωργίας όσον αφορά το κείμενο του Γάμου. Αν θυμάμαι καλά δεν δέχονται τους μεικτούς γάμους.

Είναι λίγο απελπιστικό να στερούμε από τον άνθρωπο την παρηγορία και την παράκληση. Κι αυτό γίνεται, όταν εμείς αδιαφορούμε για την κατάσταση που υπάρχει γύρω μας και τη σύγχρονη πραγματικότητα και επιχειρούμε να ζήσουμε στην ασφάλειά μας και να επαναπαυθούμε σε αυτά που βρήκαμε. Ο κόσμος, όμως, προχωρεί. Η κοινωνία αλλάζει. Υπάρχουν σύγχρονα θέματα που πρέπει ως Ορθόδοξη Εκκλησία να τα μελετήσουμε και όχι μόνο. Θα πρέπει να είμαστε, παράλληλα, και αποτελεσματικοί. Δηλαδή, να αναλάβουμε την ευθύνη και να δώσουμε λύσεις στους ανθρώπους. Να τους βοηθήσουμε και να τους απενοχοποιήσουμε. Σήμερα, που οι αποστάσεις έχουν εκμηδενιστεί, οι άνθρωποι πολύ εύκολα μετατοπίζονται από τη μια πλευρά της γης στην άλλη. Υπάρχουν μετανάστες παντού και αυτό με τη σειρά του οδήγησε στο φαινόμενο των μεικτών γάμων. Το ξέρετε, φυσικά, ότι το μεγαλύτερο ποσοστό γάμων στη Διασπορά είναι μεικτοί. Τι θα κάνουμε; Να κλείσουμε τα μάτια μας και να αρνηθούμε να δούμε αυτή την πραγματικότητα; Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος αποδέχθηκε το μεικτό γάμο, αλλά με συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Και όταν λέμε μεικτό γάμο, δεν εννοούμε το γάμο μεταξύ μη χριστιανών, αλλά το γάμο μεταξύ χριστιανών βαπτισμένων στο όνομα της Αγίας Τριάδος.

Από ό, τι επικαλέστηκαν, όμως, οι Γεωργιανοί, υπάρχουν Ιεροί Κανόνες που απαγορεύουν τους μεικτούς γάμους. Είναι ή δεν είναι έτσι;

Αλήθεια είναι αυτό, αλλά θα ήθελα να μου επιτρέψετε να σημειώσω δύο πράγματα για το συγκεκριμένο ζήτημα. Το πρώτο είναι ότι προσωπικά μελέτησα τους Ιερούς Κανονές περί γάμου. Μελέτησα και τα σχόλια των ερμηνευτών. Ξέρετε ποιο ήταν το υπόβαθρο και ο βασικός σκοπός που θεσπίστηκαν αυτοί οι Κανόνες; Να μην χάνονται τα μέλη της Εκκλησίας. Την ίδια αγωνία αντιμετώπισε η Εκκλησία μας και σήμερα και αποφάσισε με το ίδιο ακριβώς κίνητρο που αποφάσιζαν τότε και οι Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων: Να μη χάνονται τα μέλη της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Να σας περιγράψω μία συγκεκριμένη περίπτωση, για να καταλάβετε αυτό το σκεπτικό. Ένας Ορθόδοξος Γεωργιανός που ζει στην Αμερική αγάπησε μια κοπέλα, Ρωμαιοκαθολική στο θρήσκευμα. Πάνε να παντρευτούν και η εκκλησιαστική αρχή του γαμπρού δεν επιτρέπει την τέλεση του Μυστηρίου, διότι δεν δέχεται το μεικτό γάμο. Στην περίπτωση αυτή ο Γεωργιανός έχει τρεις επιλογές: ή θα πάει να παντρευτεί στους Καθολικούς, οπότε απομακρύνεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία, ή θα πάει να παντρευτεί σε άλλη δικαιοδοσία Ορθοδόξων (π.χ. Έλληνες, Ρώσσους κλ.π), οπότε χάνεται από την Γεωργιανή δικαιοδοσία και την παράδοσή του, ή θα κάνει πολιτικό γάμο, οπότε πνευματικά τίθεται εκτός Μυστηριακής κοινωνίας της Εκκλησίας. Καμία από τις τρεις λύσεις δεν είναι ιδανική. Ούτε βέβαια η Εκκλησία μπορεί να συμβουλεύσει τον νέο αυτό να εγκαταλείψει την κοπέλα που αγάπησε. Λαμβάνοντας υπόψη, λοιπόν, το ότι οι Ορθόδοξοι στο εξωτερικό είμαστε μειονότητα, γεγονός που σημαίνει ότι ο μεικτός γάμος κάποιες φορές δεν είναι επιλογή αλλά αναγκαιότητα, ερωτώ: Δεν είναι καλύτερα που η Σύνοδος μελέτησε το θέμα και έδωσε λύση; Δεν είναι αυτός ένας τρόπος να μην χάνομε τα μέλη της Εκκλησίας μας;

Το δεύτερο που θέλω να πω είναι ότι οι Κανόνες δεν είναι πάνω από την Εκκλησία. Η Εκκλησία θεσπίζει, ερμηνεύει και οικονομεί. Εμπιστευόμαστε την Εκκλησία και ακούμε τη φωνή της. Για παράδειγμα ο 101ος Κανόνας της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου καταδικάζει με ποινή αφορισμού αυτούς που χρησιμοποιούν τη λαβίδα για τη μετάδοση της Θείας Κοινωνίας. Στην πορεία, όμως, η Εκκλησία άλλαξε αυτή την πρακτική. Τι θα κάνουμε σήμερα; Θα καταδικάσουμε όλους αυτούς που κοινωνούν τους ανθρώπους με λαβίδα, επειδή έτσι ορίζει ο Κανόνας; Τότε κανένας Επίσκοπος και κανένας κληρικός δεν θα μείνει μέσα στην Εκκλησία. Το ίδιος ακριβώς συμβαίνει και τώρα. Το καινό της Συνόδου σχετικά με το Μυστήριο του Γάμου είναι αυτό. Έδωσε λίγη άνεση και χαρά στους ανθρώπους. Πιστεύω ότι στο μέλλον θα το δουν οι αδελφοί μας οι Γεωργιανοί και θα υπογράψουν το κείμενο αυτό, διότι θα βρεθούν προ αδιεξόδου. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αντιμετωπιστεί το ζήτημα.

Πως αξιολογείτε το γεγονός ότι κάποιες τοπικές Εκκλησίες επέλεξαν να μην λάβουν μέρος στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο;

Όλους μας αξιολογεί ο χρόνος και η ιστορία. Θεωρώ ότι ο χρόνος και η ιστορία δεν θα μιλήσουν επαινετικά για τις τέσσερις Εκκλησίες που δεν ήρθαν, γιατί δεν υπήρχαν λόγοι θεολογικοί και εκκλησιαστικοί. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ο Πατριάρχης μας έκαναν το χρέος τους ενώπιον Θεού και ανθρώπων. Από κει και πέρα η Εκκλησία προχωρεί. Δεν εξαντλούμε τη ζωή μας και τη μέριμνά μας στην κακία μιας ημέρας ή στην εμπάθεια της στιγμής και τα εθνοφυλετικά ή ιδιοτελή συμφέροντα. Πάνω από όλα είναι ο Χριστός και η Εκκλησία. Προχωρούμε μόνο μπροστά. Όποιος θέλει να ακολουθήσει, συμπορεύεται. Όποιος δεν θέλει, μένει πίσω. Και όποιος μένει πίσω είναι καταδικασμένος στην αποσύνθεση και την αφάνεια. Ξέρετε, είναι θανάσιμο να απατούμε εν επιγνώσει τον εαυτό μας. Και προσωπικώς αυτό που διαπίστωσα είναι ότι κάποιοι αυταπατήθηκαν. Ήξεραν αυτοί, ξέρουμε κι εμείς πολύ καλά ποια είναι η αλήθεια που δεν ήρθαν στη Σύνοδο. Βρέθηκαν μπροστά σε ένα μεγάλο δίλημμα. Ο καθένας έκανε τις επιλογές του και θα κριθεί σίγουρα γι’  αυτές τις επιλογές.

Αν το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε αναβάλει τη Σύνοδο, πιστεύετε θα υπήρχε και η συμμετοχή των άλλων Εκκλησιών;

Αυτή την πρόταση, περί αναβολής, την έκανε η Εκκλησία της Ρωσσίας, αλλά πολύ σοφά και αγιοπνευματικά φερόμενος ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος δεν την ενστερνίστηκε. Είχαν συναποφασίσει όλοι οι Προκαθήμενοι τον Ιανουάριο του 2016 στη Γενεύη για τα θέματα, τον χρόνο και τον τόπο συγκλήσεως της Συνόδου. Η απόφαση ήταν ομόφωνη. Όλα ήταν καλά για τους μήνες που ακολούθησαν, μέχρι και τις παραμονές της Συνόδου. Αλλά ο Πατριάρχης μας δεν μπορούσε να «σπάσει» την ομοφωνία της αποφάσεως. Μια απόφαση, κατά τα διορθοδόξως ισχύοντα, λαμβάνεται ομοφώνως και αλλάζει ομοφώνως. Μάλιστα οι Ρώσσοι ήταν αυτοί που επέμεναν και φώναζαν για την ομοφωνία και αυτοί, τελικά, ήταν οι πρώτοι που την αθέτησαν και ηγήθηκαν αυτής της προσπαθείας. Όπως και να χει όμως, η Σύνοδος πραγματοποιήθηκε και χωρίς τους απόντες. Η Εκκλησία προχώρησε και προχωρεί.

Θέλω να σας ευχαριστήσω για το χρόνο σας και τις απαντήσεις που μας δώσατε. Πάντοτε είστε πρόθυμος, παρά τις πολλές σας υποχρεώσεις, να μας μιλάτε και να μας εξηγείτε τα πράγματα χωρίς υπεκφυγές ή προσχήματα και κυρίως με ένα τρόπο μοναδικό, θεολογικό και πολύ περιεκτικό και κατανοητό σε όλους μας. Σας ευχαριστώ και πάλι πάρα πολύ. Τι θα μας λέγατε ως τελευταίο λόγο;

Εγώ θέλω να σας ευχαριστήσω για την εμπιστοσύνη σας και την αγάπη σας. Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος είναι ένα γεγονός που μόνο καλά προσέφερε στο σώμα της Εκκλησίας, διότι, όπως σας είπα, πέρα από τα κείμενα, τα οποία θα χρειαστούν χρόνο για να γίνουν εκκλησιαστικό βίωμα, μας έδωσε το πρότυπο και έγινε η αρχή για τη μελλοντική μας πορεία. Ας δοξάσουμε το Θεό, που στον καιρό μας το Άγιο Πνεύμα μας ευλόγησε πλούσια και μας έκανε αυτό το δώρο, κι ας εμπιστευτούμε την Εκκλησία μας. Κανείς δεν είναι πάνω από την Εκκλησία. Το να υπάρχουν άλλες φωνές δεν είναι κακό. Εξάλλου, πάντοτε υπήρχαν αντίθετες «εκκλησιαστικές» απόψεις σε όλες τις προσπάθειες που έκανε η Εκκλησία, ακόμη και εναντίον των Οικουμενικών Συνόδων. Όμως είναι πολύ επικίνδυνο και πνευματικώς καταστρεπτικό να αιχμαλωτίζουμε την ψυχή μας μέσα στο «δίκαιο» και την «αλήθεια» που πιστεύουμε ότι κατέχουμε. Έτσι αυτόκλητα επιχειρούμε να διαχειριστούμε τα εκκλησιαστικά θέματα με ένα εκκλησιαστικό ναρκισσισμό, που είναι ξένος στο ήθος της Εκκλησίας και τη διδασκαλία των Πατέρων μας. Η πεποίθησή μου είναι ότι η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος θα καταστεί επαναλαμβανόμενος θεσμός. Θα ήθελα να ολοκληρώσω με την υπόμνηση του 6ου Κανόνα της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου, που λέει ότι όλη η ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας μαρτυρεί πως η διατήρηση της γνήσιας πίστεως διασφαλίζεται δια του συνοδικού συστήματος, το οποίο ανέκαθεν στην Εκκλησία μας αποτελούσε την ανώτατη αυθεντία για θέματα πίστεως και κανονικών διατάξεων.

Η Άγια και Μεγάλη Σύνοδος αποτελεί μια αυθεντία. Δόξα τω Θεώ για την αρχή, την προοπτική και τη συνέχεια.