Aκολουθεί η εισήγηση της καθηγήτριας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο «Βιβλικός Λόγος καί Λειτουργική Ὑμνογραφία» που έγινε στη Θεσσαλονίκη (14-15 Φεβρουαρίου 2017): 

         1. Η ανάγνωση και η υμνολογία βιβλικών χωρίων

         Σύμφωνα με τις πρώτες μαρτυρίες για τη λατρεία των Χριστιανών, στα μέσα του 2ου αιώνα, η Γραφή αναγινώσκεται κατά την τέλεση της θείας ευχαριστίας και το κήρυγμα στηρίζεται στα βιβλικά αναγνώσματα. Ο μάρτυς Ιουστίνος στην Α’ Απολογία του[2] είναι σαφής: κατά την ημέρα του ηλίου, όταν οι χριστιανοί από την πόλη και την ύπαιθρο προσέρχονται στη σύναξη («συνέλευση»), «τά ἀπομνημονεύματα τῶν ἀποστόλων ἤ τά συγγράμματα τῶν προφητῶν ἀναγινώσκεται μέχρις ἐγχωρεῖ. Εἶτα παυσαμένου τοῦ ἀναγινώσκοντος ὁ προεστώς διά λόγου τήν νουθεσίαν καί τήν πρόκλησιν τῆς τῶν καλῶν τούτων μιμήσεως τόν λόγον ποιεῖται». Ακολουθούν οι ευχές της ευχαριστίας και η συμμετοχή του λαού με την επευφημία Αμήν.[3]

         Στις Αποστολικές Διατάξεις,[4] κείμενο που χρονολογείται τον 4ο αιώνα, εκτός από τις πληροφορίες για την τέλεση των ιερών μυστηρίων και τη ζωή των χριστιανών, διασώζονται και αποσπάσματα ύμνων που απηχούν προγενέστερη λειτουργική παράδοση. Για παράδειγμα:

         Ο Τρισάγιος ύμνος στην αναφορά της θείας Λειτουργίας[5] 

«Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος σαβαώθ, πλήρης ὁ ούρανός και ἡ γῆ τῆς δόξης αὐτοῦ̇˙ (Ησ. 6,3)  εύλογητός εἰς τούς αἰῶνας, ἀμήν (Ρωμ. 1,25)

Και ὁ λαός ὑπακουέτω̇  εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος (Εφ.4,5), Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός  ἐν ἁγίῳ Πνεύματι˙εὐλογητός εἶ εἰς τοὐς αιῶνας̇ ἀμήν (Ρωμ.1,25). Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία (Λουκ. 2,14). Ὡσαννά τῷ Θεῷ Δαβιδ, εὐλογημενος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου Θεός Κύριος (Μτ 21,9, Ψαλμ 117,26) καί ἐπέφανεν ἡμῖν (Ψαλμ 117,27), ὡσαννά ἐν τοῖς ὑψίστοις (Ματθ 21,9)[6].

Ακολουθεί ψαλμός μελοποιημένος:

«ψαλμός δέ λεγέσθω ὁ λγ’ ἐν τῷ μεταλαμβάνειν πάντας τούς λοιπούς…(8,13) καί ὁ διάκονος λεγέτω παυσαμένου τοῦ ψάλλοντος…»(8,14).

Στη θεία Λειτουργία του Ιωάννου Χρυσοστόμου απαντά ο στίχος του Ησαϊα  6,3 σε συνδυασμό με τον στίχο  Μαρκ. 11, 9-10 : «ἅγιος ἄγιος Κύριος σαβαώθ, πλήρης ὁ οὐρανός και ἡ γῆ τῆς δόξης σου. Ὡσαννά ἐν τοῖς ὑψίστοις εύλογημένος ὁ έρχόμενος ἐν ὀνὀματι Κυρίου, ὠσαννά ἐν τοῖς ὑψίστοις[7]».

         Αυτό το μικρό παράδειγμα των ύμνων είναι ενδεικτικό ότι βιβλικά κείμενα[8] τον 4ο αιώνα ήταν ήδη ενσωματωμένα στη λατρεία των χριστιανών και υμνολογήθηκαν. Εκτός από τα πεζά βιβλικά αναγνώσματα και το βιβλικό υπόβαθρο πολλών ευχών, πολλά κείμενα επενδύθηκαν με τη μελωδία και μετατράπηκαν ατόφια ή με μικρές παραλλάξεις από πεζά σε ποιητικά.

         Εμφανής στόχος της υμνολογίας η δόξα, η ευχαριστία και η προσκύνηση του Τριαδικού Θεού.

         2. Η «Θάλεια» και τα αδόμενα μονόστιχα

Θάλεια σημαίνει αφθονία, ευωχία ή και συμπόσιο[9]. Τον τίτλο αυτό φέρει  το  ποιητικό έργο που δημιούργησε ο Άρειος, με στόχο τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα να προσλάβουν ευχερέστερα την αιρετική του διδασκαλία για το πρόσωπο του Ιησού Χριστού και τη σχέση του με τον Θεό Πατέρα. Ο Άρειος μιμήθηκε την υμνογραφική δραστηριότητα των Γνωστικών, οι οποίοι είχαν ήδη γνωρίσει επιτυχία στη διάδοση των πεποιθήσεών τους με τη μελωδική τους επένδυση. Το αποτέλεσμα ήταν στους πρώτους αιώνες γνώση και ποίηση να ταυτίζονται[10]. Όπως διασώζει ο ευνομιανός Φιλοστόργιος, ο Άρειος είχε κατορθώσει το ίδιο θεαματικό αποτέλεσμα με τους Γνωστικούς. Εκτός από τη Θάλεια και τα άλλα τα τραγούδια που είχε συνθέσει είχαν ευρεία κυκλοφορία ανάμεσα στις αμαθείς εργατικές τάξεις: «φησί ἅσματά τε ναυτικά καί ἐπιμύλια καί ὁδοιπορικά γράψαι καί τοιαῦθ’ ἕτερα συντιθέντα εἰς μελωδίας ἐντεῖναι ἑκάστοις ἁρμόζειν, διά τῆς ἐν ταῖς μελωδίαις ἡδονῆς ἐκκλέπτων πρός τήν οἰκείαν ἀσέβειαν τούς ἀμαθεστέρους τῶν ἀνθρώπων»[11].

         Η Θάλεια, το κύριο έργο του όπου εκθέτει τις δοξασίες του, σώθηκε σε ελάχιστα αποσπάσματα από έμμεσες πηγές, συγκεκριμένα από δύο αναφορές του μεγάλου του αντιπάλου του Μ. Αθανασίου: α) Κατά Ἀρειανῶν 1,5-6 και β) Περί τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἀριμνίῳ καί Σελευκείᾳ Συνόδων,15.

         Τα σχόλια του Μ. Αθανασίου είναι καυστικά όχι μόνον  για το αιρετικό περιεχόμενο της διδασκαλίας του Αρείου, αλλά και για  την ποιητική τους μορφή: «Σωτάδης τις ἐξεύρηται ὁ καί παρ’ Ἕλλησι γελώμενος, καί ἡ θυγάτηρ Ἡρωδιάδος˙ τοῦ μέν τό κεκλασμένον καί θηλυκόν ἦθος μεμίμηται γράφων ὁ Ἄρειος καί αὐτός Θαλείας, τῆς δέ τήν ὅρχησιν ἐζήλωσεν ἐξορχούμενος καί παίζων ἐν ταῖς κατά τοῦ Σωτῆρος δυσφημίαις. Ἄρειος οὐδέν σεμνόν μιμησάμενος τήν τοῦ Σωτάδου μόνου γελοιολογίαν ἐζήλωσε. τί γάρ ἔπρεπεν ποιεῖν αὐτόν ἤ θέλοντα κατά τοῦ Σωτῆρος ὀρχήσασθαι, τά δύστηνα ἑαυτοῦ ῥημάτια τῆς ἀσεβείας ἐν ἐκλύτοις και παρειμένοις μέλεσιν σημαίνειν; ἡ μέν οὖν ἀρχή τῆς Ἀρειανῆς Θαλείας καί κουφολογίας, ἦθος ἔχουσα και μέλος θηλυκόν αὕτη»:[12]

         Κατά τον Μ. Αθανάσιο, που γνώριζε το κείμενο της Θάλειας και προφανώς το παραθέτει χωρίς επεμβάσεις[13], η μετρική των στίχων της θυμίζει την ποίηση του Σωτάδη[14], ενώ το ρυθμικό τους αποτέλεσμα τον χορό της Ηρωδιάδας. Ο Σωτάδης ἐζησε τον 3ο αιώνα και έγινε γνωστός για το άσεμνο περιεχόμενο των έργων του και την καινοτομία στη μετρική. Του αποδίδεται το λεγόμενο Σωτάδειο μέτρο, ιωνικός τετράμετρος στίχος για μονόστιχα ποιήματα σε δύο παραλλαγές: α) Ιωνικός απ' ελάσσονος (a minore): ∪ ∪ — — και β) Ιωνικός από μείζονος (a maiore): — — ∪ ∪ ( περίπτωση Θάλειας). Π.χ.:

«ἀρχήν τῶν γεννητῶν ἔθηκεν ὁ ἄναρχος

καί ἤνεγκεν εἰς υἱόν αὐτῷ τόνδε τεκνοποιήσας

ἴδιον οὐδέν ἔχει τοῦ θεοῦ καθ’ ὑπόστασιν ἰδιότητος˙

οὐδέ γάρ ἔστι ἴσος, ἀλλ’οὐδέ ὁμοούσιος αὐτῷ»[15]

β) Η αναφορά στον εξίσου άσεμνο χορό της Ηρωδιάδος προφανώς υπαινίσσεται το ρυθμικό αποτέλεσμα των στίχων, που το ακροατήριο μπορεί να συνοδεύσει με ελαφρούς κτύπους των ποδιών και των δακτύλων δημιουργώντας χορευτική διάθεση. Όλη αυτή άλλωστε η ακουστική και κινητική εικόνα συμβαδίζει και με τον τίτλο του έργου Θάλεια, δηλαδή ευφροσύνη ή συμπόσιο. Με αυτόν τον τρόπο η Θάλεια είχε ευρύτατη διάδοση κυρίως στα λαϊκά στρώματα που σιγοτραγουδούσαν στις καθημερινές τους εργασίες φιλοσοφικές επεξεργασίες για «τον άναρχο Θεό και τον, κατά τον Άρειο, εν χρόνω Υιό του Θεού». Η λογοτεχνική επιλογή να χρησιμοποιήσει έναν δημοφιλή τρόπο για την αποτελεσματική διάδοση της διδασκαλίας του πιθανόν να απετέλεσε κι έναν  επαρκέστατο λόγο για την εισαγωγή των ύμνων στη χριστιανική λατρεία[16]. Βασικός στόχος υπήρξε η άμυνα με τα ίδια μέσα κατά των αιρετικών διδασκαλιών και η εμπέδωση της αληθείας[17].

         3. Υμνολογώντας τη Γραφή

         Ο ρόλος της μελωδίας και του στίχου για την πρόσληψη του μηνύματος της εν Χριστώ σωτηρίας ουδόλως διαφεύγει από τον Απ. Παύλο, ο οποίος τονίζει χαρακτηριστικά στους Κολοσσαείς (3:16) «Ὁ λόγος τοῦ χριστοῦ ἐνοικείτω ἐν ὑμῖν πλουσίως ἐν πάσῃ σοφίᾳ· διδάσκοντες καὶ νουθετοῦντες ἑαυτούς, ψαλμοῖς, καὶ ὕμνοις, καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ἐν χάριτι ᾄδοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ κυρίῳ». Μαζί με την αναγκαιότητα της απόλυτης εξοικείωσης με τον λόγο του Χριστού, με τη διδασκαλία και την εφαρμογή της, τα άσματα επισφραγίζουν τη βίωση του ευαγγελίου, εκδηλώνοντας την ευγνωμοσύνη του πιστού προς τον Θεό. Ο λόγος λοιπόν του Θεού βιώνεται, κηρύττεται, εφαρμόζεται και υμνολογείται.

         Και είναι γνωστό ότι, εκτός από αυτήν τη μαρτυρία του Απ. Παύλου, στην Καινή Διαθήκη περιλαμβάνονται πολλοί αρχαϊκοί ύμνοι που φανερώνουν τη χρήση τους από τις πρώτες χριστιανικές κοινότητες στην κοινή λατρεία και την ατομική προσευχή[18].

         Στους τρεις πρώτους χριστιανικούς αιώνες η υμνολογία δεν είναι άγνωστη,  αλλά δεν είναι και ιδιαίτερα διαδεδομένη, ενώ στους μοναστικούς κύκλους της Αιγύπτου εθεωρείτο ως συνήθεια των πόλεων, με στόχο να προσελκύονται οι πιστοί στη λατρεία. Αντιθέτως στους μοναχούς που είναι μακριά από τον κόσμο είναι ασύμφορο και επιβλαβές να ακούν ύμνους[19]. Στους επόμενους ωστόσο αιώνες το κλίμα άλλαξε και οι μοναχοί διέπρεψαν ως υμνογράφοι και μελωδοί.

         4. Η χριστιανική ομιλία, το  νέο λογοτεχνικό είδος για το κήρυγμα της Εκκλησίας

         Τον 4ο αιώνα, εποχή που η Εκκλησία ανθεί και ακτινοβολεί, διαμορφώνεται οριστικά και η χριστιανική ομιλία. Είναι ένα καινούριο λογοτεχνικό είδος, ως προς το περιεχόμενο, τους αποδέκτες και τους στόχους[20]. Ερμηνεύει τη Γραφή, στηριγμένη στη Γραφή, απευθύνεται σε πιστούς και ο στόχος της είναι η πρόσληψη του μεγάλου μυστηρίου της ευσεβείας και η πνευματική οικοδομή. Το πρώτο δείγμα που διασώζει η λεγόμενη Β’ Κλήμεντος προς Κορινθίους Επιστολή χρονολογείται στις αρχές του 2ου αι. Είναι γραμμένη στην Ελληνιστική Κοινή και περιέχει τα σταθερά εκφραστικά χαρακτηριστικά αυτού του λογοτεχνικού είδους: διάλογο με ένα εικονικό συνομιλητή στο β’ πρόσωπο, (φῄς), ερωτήσεις και αποκρίσεις, χρήση ενός τρίτου μη συγκεκριμένου προσώπου (φησίν). Οι εκφραστικοί αυτοί τρόποι επί δεκαετίες αποδίδονταν από τους ερευνητές σε επιδράσεις της προφορικής διδασκαλίας των Κυνικών και ειδικότερα στο λογοτεχνικό είδους της διατριβής, που πιστευόταν πως ήταν δική τους λογοτεχνική δημιουργία.[21] Σημειώνουμε ότι η νεώτερη έρευνα απέδειξε ότι  «διατριβή» δεν υπήρξε ποτέ ως λογοτεχνικό είδος[22], ενώ τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ανήκουν στον προφορικό λόγο και ανάγονται στους διαλόγους του Πλάτωνα, ο οποίος ήταν οικείος στον γενάρχη των Κυνικών[23]. Από τα τέλη του ίδιου αιώνα σώζεται ένα ακόμη δείγμα χριστιανικής ομιλίας, η γνωστή περί Πάσχα Ομιλία του Μελίτωνος Σάρδεων, που διατηρεί τις ιδιαιτερότητες της Β΄ Κλήμεντος. Ερμηνεύει το χωρίο της Εξόδου 12-17, ακολουθεί όμως τη μίμηση της αττικής διαλέκτου στη γραμματική, σύνταξη και το λεξιλόγιο  (αττικισμός)[24] και αποτελεί δείγμα επιτηδευμένου ρητορικού ύφους, κατά τα παραγγέλματα του ασιανισμού[25], ενός πληθωρικού σε ρητορικά σχήματα λογοτεχνικού ρεύματος της εποχής. Για παράδειγμα:

«Παλαιόν μέν κατά τόν νόμον, καινόν δέ κατά τόν λόγον.

Πρόσκαιρον διά τόν τύπον, ἀΐδιον διά τήν χάριν.

Φθαρτόν διά τήν τοῦ προβάτου σφαγήν, ἄφθαρτον διά τήν τοῦ Κυρίου ζωήν.

Θνητόν διά τήν ἐν τῇ γῇ ταφήν, ἀθάνατον διά τήν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν»[26]

Εύκολα αναγνωρίζονται τα χαρακτηριστικά «γοργίεια σχήματα», όπως το ισόκωλον, το ομοιοτέλευτον με αντιθέσεις, πρηχήσεις και το υπερβατό, που όλα προσδίδουν ρυθμό στις προτάσεις.

         Την ίδια εποχή στην περιρρέουσα λογοτεχνική ατμόσφαιρα της ελληνιστικής οικουμένης ο αττικισμός ως Hochschprache επιδρά κατ’ αποκλειστικότητα στα λογοτεχνικά είδη της περιωπής (Hochliteratur) και τα παραγγέλματα της Β’ Σοφιστικής[27] στο γλωσσικό ύφος. Η χριστιανική ομιλία δεν έμεινε ανέπαφη από αυτές τις επιδράσεις και  στη γραφίδα του Ιωάννη Χρυσοστόμου και των Καππαδοκών βρήκε την οριστική της μορφή. Οι μεγάλοι διδάσκαλοι της Εκκλησίας υιοθέτησαν τον Αττικισμό στον γραπτό λόγο και τα σχήματα της επιδεικτικής ρητορείας στο γλωσσικό τους ύφος.

         Οι λόγοι της γλωσσικής πολιτικής των μεγάλων διδασκάλων της Εκκλησίας ήταν καθαρώς ιεραποστολικοί, προκειμένου το κήρυγμα του λόγου να προσεγγίσει και τους διανοούμενους της εποχής και να αποφευχθεί η εκ των προτέρων απόρριψή του. Η Ελληνιστική Κοινή και το ανεπιτήδευτο ύφος των βιβλικών ιερών κειμένων των Χριστιανών ήταν εκ των προτέρων απαράδεκτα, εφόσον μία ασήμαντη γλώσσα, όπως θεωρούσαν οι αττικιστές λόγιοι την Κοινή, αδυνατεί κατά το αξίωμα της Ρητορικής να εκφράσει υψηλά νοήματα και αλήθειες[28].

         Η Β’ Σοφιστική που κυριαρχούσε την εποχή αυτή, με κύριο θεωρητικό της διδάσκαλο τον Ερμογένη, έδινε ιδιαίτερη σημασία στο προσεγμένο ύφος,  που προσέδιδε στους λόγους ένα άψογο αισθητικό αποτέλεσμα. Οι ρίζες αυτού του κινήματος απλώνονται στον Γοργία και τον Ισοκράτη, γνωστούς ρήτορες των κλασικών χρόνων για την ενασχόληση με το επιδεικτικό είδος της ρητορείας και τη χρήση σχημάτων που προσδίδουν ρυθμό και ποιητικότητα στον λόγο: ισόκωλο, αντιθέσεις, πάρισο, ομοιοτέλευτο, ομοιοκάταρκτο, παρηχήσεις κ.ο.κ. Για παράδειγμα:

«Ἄξιον καὶ δίκαιον σὲ ὑμνεῖν, σὲ εὐλογεῖν, σὲ αἰνεῖν, σοὶ εὐχαριστεῖν, σὲ προσκυνεῖν ἐν παντὶ τόπῳ τῆς δεσποτείας σου. Σύ γάρ… (ασύνδετο, ομοιοτέλευτο [-on,-in], ομοιοκάτακτο (σέ) ετερόπτωτο (σέ, σοί, σου, σύ), (ευχή θείας Λειτουργίας Ιωάννου Χρυσοστόμου).

         5. Η ποιητική λειτουργία της γλώσσας και η μετάβαση από το είδος της ομιλίας στην υμνογραφία

         Τον 4ο αιώνα το κήρυγμα της Εκκλησίας προς τον λαό του Θεού καταγράφεται στην αττικίζουσα γλώσσα, τη μόνη διδασκόμενη γλώσσα, λαμπρύνεται από ρητορικά σχήματα και με ένα προσεγμένο έως και μεγαλειώδες γλωσσικό ύφος ερμηνεύει τη Γραφή με την ίδια τη Γραφή, εκφράζοντας την πνευματική εμπειρία των πιστών από τη μετοχή τους στη δόξα του Κυρίου. Αυτή η αριστοτεχνική χρήση της ποιητικής λειτουργίας της γλώσσας[29] στον πεζό λόγο διευκόλυνε τη μεταφορά από το ένα λογοτεχνικό είδος σ’ ένα άλλο (translatio generis)[30]: συγκεκριμένα από τη χριστιανική ομιλία στους ύμνους της Εκκλησίας και από το κείμενο της Γραφής που ερμηνεύεται με ποιητικό ύφος στη χριστιανική ομιλία στα υμνολογικά κείμενα. Μεταφέρονται όχι μόνον τα βιβλικά χωρία που περιλαμβάνουν οι ομιλίες των θεοφόρων πατέρων της Εκκλησίας αλλά και η διδασκαλία τους που στηρίζεται στη Γραφή:

Α. «Χριστός γεννᾶται δοξάσατε. Χριστός ἐξ οὐρανῶν ἀπαντήσατε. Χριστός ἐπί γῆς ὑψώθητε. ἄσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ …εὐφραινέσθωσαν οἱ οὐρανοί καί ἀγαλλιάσθω ἡ γῇ (Ψαλμ 95,1,11), Γρηγορίου Θεολόγου Εἰς τά ἅγια Θεοφάνεια, λόγος λη’, ΒΕΠΕΣ, 60, σ.64.

Α1. «Χριστός γεννᾶται δοξάσατε. Χριστός ἐξ οὐρανῶν ἀπαντησατε. Χριστός ἐπί γῆς ὑψώθητε. Ἄσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα η γῆ καί ἐν εὐφροσύνῃ ἀνυμνήσατε λαοί ὅτι δεδόξασται» Μηναίον Δεκεμβρίου, ειρμός α’ ωδής, κανόνας Χριστουγέννων.

Β. «Ἀναστάσεως ἡμέρα καί ἡ ἀρχή δεξιά καί λαμπρυνθῶμεν τῇ πανηγύρει και ἀλλήλους περιπτυξώμεθα. Εἴπωμεν, ἀδελφοί, καί τοῖς μισοῦσιν ἡμᾶς…Συγχωρήσωμεν πάντα τῇ ἀναστάσει. Δῶμεν συγγνώμην ἀλλήλοις…» Γρηγορίου  Θεολόγου Εἰς τό Πάσχα (Α’) ΒΕΠΕΣ, 58, σ. 243. 

Β1. «Ἀναστάσεως ἡμέρα καί λαμπρυνθῶμεν τῇ πανηγύρει καί ἀλλήλους περιπτυξώμεθα. Εἴπωμεν, ἀδελφοί, καί τοῖς μισοῦσιν ἡμᾶς˙ Συγχωρήσωμεν πάντα τῇ ἀναστάσει καί οὕτω βοήσωμεν˙ Χριστός ἀνέστη έκ νεκρῶν…» Δοξαστικό των αίνων του Πάσχα.

Γ. «Δι’ ἡμᾶς θεός ἐν ἀνθρώποις̇ διά τήν καταφθαρεῖσαν σάρκα ὁ Λόγος σἀρξ ἐγέντο καἰ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν.(Ιω. 1,14). Μετά τῶν ἀχαρίστων ὁ εὐεργέτης˙ πρός τούς καθημένους ἐν σκότει  ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης˙ ἐπί τόν σταυρόν ὁ ἀπαθής˙ ἐπί τον θάνατον ἡ ζωή˙ ἐπί τόν Ἅιδην τό φῶς˙ ἡ ἀνάστασις διά τούς πεσόντας. Τί ἀνταποδώσωμεν τῷ Κυρίῳ περί πάντων ὧν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν;» (Ψαλμ. 115.3) Μ. Βασιλείου, Εἰς μάρτυρα Ἰουλίτταν 6-7, ΒΕΠΕΣ, 54, σ.54.

«Τί ἀνταποδώσωμεν τῷ Κυρίῳ, περί πάντων ὧν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν; δι’ ἡμᾶς θεός ἐν ἀνθρώποις˙ διά τήν καταφθαρεῖσαν σάρκα ὁ Λόγος σἀρξ ἐγέντο καἰ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν.(Ιω. 1,14) Μετά τῶν ἀχαρίστων ὁ εὐεργέτης˙ πρός τούς καθημένους ἐν σκότει  ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης˙ ἐπί τόν σταυρόν ὁ ἀπαθής˙ ἐπί τον θάνατον ἡ ζωή˙ ἐπί τόν Ἅιδην τό φῶς˙ ἡ ἀνάστασις διά τούς πεσόντας.Τί ἀνταποδώσωμεν τῷ Κυρίω περί πάντων ὧν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν; (Ψαλμ. 115.3). Παρακλητική, αναστάσιμο στιχηρών των Αίνων της Κυριακής , ήχος βαρύς.

         Με αυτόν τον τρόπο, όταν αναπτύχθηκε η υμνογραφία της Εκκλησίας, η θεία λατρεία εμπλουτίστηκε από πλήθος υμνολογικών κειμένων. Η ορολογία τους[31] προέρχεται είτε από την Ιουδαϊκή είτε από την αρχαιοελληνική γραμματεία (ὕμνος, ὠδή, ἆσμα, αἶνος, ψαλμός). Επίσης εισάγονται νέοι όροι όπως το τροπάριον<τρόπος, το αντίφωνον, το ιδιόμελον, το αυτόμελον, το δοξαστικόν, το προσόμοιον ή επίσης μεταφράζονται από τη συριακή, όπως ο οίκος κ.ο.κ

         Η Γραφή, λοιπόν, υμνολογείται, με στόχο την ευχερέστερη μετάδοση και πρόσληψη του μηνύματος της εν Χριστώ σωτηρίας από τους πιστούς: είτε με ατόφιους στίχους π.χ «χαῖρε καί χαριτωμένη ὁ Κύριος μετά σοῦ (Λουκ. 1,28 εφύμνιο Ακαθίστου), είτε με παραλλαγμένους (Θεοτόκε Παρθένε, χαῖρε Κεχαριτωμένη Μαρία ὁ Κύριος μετά σοῦ, (θεοτοκίο ήχος πλ. α’). Ομοίως, στόχος είναι και η καταπολέμηση των αιρετικών διδασκαλιών, οι οποίες διατυπώνονταν με φιλοσοφικές ορολογίες. Τότε η υμνογραφία περιλαμβάνει τη διδασκαλία της Εκκλησίας, όπως διατυπώθηκε στις Οικουμενικές Συνόδους, όπου η Γραφή αποτελεί το στέρεο υπόστρωμά της:  «Ὡς ἄνθρωπος ὑπάρχω οὐσίᾳ, οὐ φαντασίᾳ, οὕτω θεός τῷ τρόπῳ τῆς ἀντιδόσεως ἡ φύσις ἡ ἑνωθεῖσα μοι. Χριστόν ἕνα διό με γνῶτε, τά ἐξ  ὦν, ἐν οἷς, ἅπερ πέφυκα σώζοντα, (9η ωδή κανόνα Μ. Τετάρτης).

         Στην περίπτωση αυτή η διδασκαλία αποτυπώνεται με έννοιες κλειδιά, εκ των οποίων δεσπόζουσα θέση έχει ο όρος “ἀντίδοσις», που χρησιμοποιήθηκε από τους θεοφόρους πατέρες στη διατύπωση της Χριστολογίας, για να δηλώσουν «την ενοποιημένη δράση του Χριστού, ανθρωπίνων και θείων πράξεων[32]»

     Τα ομιλητικά χαρακτηριστικά της υμνολογίας και η πρόσληψη του μηνύματος[33]

     Εάν πάρουμε ως παράδειγμα την υμνολογία της Μ. Εβδομάδας, διαπιστώνουμε ότι βρίθει από τροπάρια με έντονο ομιλητικό χαρακτήρα[34]. Η παρουσία των βιβλικών κειμένων είναι εμφανέστατη, εφόσον οι τρεις τελευταίες ημέρες της (Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο) αναπτύχθηκαν με τη σειρά των γεγονότων του πάθους και της αναστάσεως, όπως καταγράφηκαν στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο, ενώ οι τρείς πρώτες ημέρες (Δευτέρα Τρίτη, Τετάρτη), έχουν επιδράσεις από τους λόγους του Κυρίου και τα γεγονότα της ζωής του, που προηγήθηκαν πριν ακριβώς από το πάθος και έχουν καταγραφεί στα Συνοπτικά Ευαγγέλια[35].

     Η υμνολογία έχει επί το πλείστον βιβλικό περιεχόμενο και οι εκφραστικοί της τρόποι παραπέμπουν στα κύρια χαρακτηριστικά της χριστιανικής ομιλίας. Π.χ.

 «Ποῖος σε τρόπος, Ἰούδα, προδότην τοῦ Σωτῆρος εἰργάσατο; μή τοῦ χοροῦ τῶν Ἀποστόλων ἐχώρισε; μή τοῦ χαρίσματος τῶν ἰαμάτων ἐστέρησεν; μή συνδειπνήσας ἐκείνοις τῆς τραπέζης ἀπώσατο; μή τῶν ἄλλων νίψας τούς πόδας τούς σούς ὑπερεῖδεν; (διαδοχικές αναπάντητες ερωτήσεις, διάλογος με β’ενικό πρόσωπο)  Ὤ πόσων ἀγαθῶν ἀμνήμων ἐγένου! (επιφώνηση) Καί σοῦ μέν ἡ ἀχάριστος στηλιτεύεται γνώμη, αὐτοῦ δέ ἡ ἀνείκαστος μακροθυμία κηρύττεται καί τό μέγα ἔλεος» (αντίθεση). Κάθισμα στ’ αντιφώνου, Μεγάλη Πέμπτη εσπέρας.

Όμως ορισμένα τροπάρια είναι αυτά τα ίδια μικρά μελοποιημένα κηρύγματα, όπως για παράδειγμα:

«Δεῦτε πιστοί, ἐπεξεργασώμεθα τῷ Δεσπότῃ˙ νέμει γάρ τόν πλοῦτον καί ἀναλόγως ἕκαστος πολυπλασιάσωμεν τό τῆς χάριτος τάλαντον. Ὁ μέν σοφίαν κομιείτω δι΄ ἔργων ἀγαθῶν, ὁ δέ λειτουργίαν λαμπρότητος ἐπιτελείτω, κοινωνείτω δέ τοῦ λόγου πιστός τῷ ἀμυήτῳ καί σκορπιζέτω τόν πλοῦτον πένησιν ἄλλος˙ οὕτω γάρ τό δάνειον πολυπλασιάσωμεν καί ὡς οἰκονόμοι πιστοί τῆς χάριτος, δεσποτικῆς χαρᾶς ἀξιωθῶμεν. Αὐτῆς ἡμᾶς καταξίωσον, Χριστέ ο Θεός, ως φιλάνθρωπος (Απόστιχο ιδιόμελο πλ. β’ Μεγάλη Δευτέρα εσπέρας)

Ο ακέραιος ομιλητικός χαρακτήρας διασφαλίζεται από τα ρήματα που χρησιμοποιεί ο μελωδός στην προστακτική έγκλιση σε β’ πληθυντικό (δεῦτε) και γ’ ενικό πρόσωπο (κομιείτω, επιτελείτω κοινωνείτω, σκορπιζέτω), καθώς επίσης και από την προτρεπτική υποτακτική (ἐπεξεργασώμεθα, πολυπλασιάσωμεν, ἀξιωθῶμεν).

Ο ποιητής ερμηνεύει την παραβολή των ταλάντων και απαριθμεί στους πιστούς ποικιλία επιλογών κατά τα χαρίσματα του καθενός για τον  πολλαπλασιασμό των ταλάντων, που θα τους οδηγήσουν στη δεσποτική χαρά. Η ευποιία, η λατρεία στον Θεό, ο ευαγγελισμός και η φιλανθρωπία προσδιορίζονται ως προϋποθέσεις της κοινωνίας με τον Θεό.

     Ο βιβλικός λόγος και η διδασκαλία της Εκκλησίας για το μέγα μυστήριο της πίστεως υμνολογήθηκαν στη λατρεία της Εκκλησίας, με στόχο την ευχερέστερη πρόσληψή τους, χάρη στον εξαίρετο ποιητικό στίχο στην πλειονότητα των υμνογραφικών κειμένων και την πλούσια σε αποχρώσεις βυζαντινή μουσική. Όμως ο επιθυμητός αυτός στόχος παραμένει επί το πλείστον ατελέσφορος, ως προς το σύγχρονο ελληνόφωνο εκκλησίασμα. Είναι θέμα γλωσσικού κώδικα που οφείλει να είναι προσιτός στον ακροατή, ώστε να αποκωδικοποιεί το μήνυμά τους. Και στην ελληνόφωνη πραγματικότητα αυτό δεν ισχύει[36]. Ίσχυε σε μία παλαιότερη εποχή.

 

[1] Θεολογική Σχολή ΑΠΘ- Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο «Βιβλικός Λόγος καί Λειτουργική Ὑμνογραφία», Θεσσαλονίκη 14-25 Φεβρουαρίου 2017

[2] Ιουστίνου, Ἀπολογία, 1,67, 1-6  ΒΕΠΕΣ, Τόμος Γ’ , Αθήναι 1955 σ.198. Εκτός από το Αμήν άλλο υμνολογικό στοιχείο δεν αναφέρεται.

[3] «ἔπειτα ἀνιστάμεθα κοινῇ πάντες και εὐχάς πέμπομεν̇ και, ὡς προέφημεν, παυσαμένων ἡμῶν τῆς εὐχὴς ἄρτος προσφέρεται καί οἶνος, καί ὁ προεστώς εὐχάς ὁμοίως καἰ εὐχαριστίας,ὅση δύναμις αύτῷ, ἀναπέμπει, και ὁ λαός ἐπευφημεῖ λέγων το Ἀμήν…» ό.αν.

[4]Ἁποστολικάι Διατάξεις, Les Constitutions Apostoliques, Tome III, Livre VII-VIII, Introduction, tetxe critique, traduction et notes par Marcel Metzger, Sources Chrétiennes No 336, Paris 1987.

[5] Αποστολικαί Διατάξεις8, 12,27

Καί ὁ ἐπίσκοπος προσφωνησάτω τῷ λαῷ οὕτως˙ τἀ ἅγια τοῖς ἁγίοις καί ὁ λαός ὑπακουέτω εἷς ἅγιος…καί  ματά τοῦτο μεταλαμβανέτω… Αποστολικαί Διατάξεις 8,13,12

[6] Αποστολικαί Διατάξεις 8, 13,13

[7]Περισσότερα για την ερμηνεία του τρισαγίου ύμνου και τη θέση του στη θεία λειτουργία βλέπε εισήγηση του Bruce Beck “When shall I come and see the face of God?”The Exegetical and Historical Genesis of the TrisagionHymn, Τhe Eastern and Oriental Orthodox Traditions Unit of the Society of Biblical Literature (SBL), at the November, 2010 Annual Meeting in Atlanta, Georgia. O συγγραφέας παραθέτει θέσεις βιβλικών ερμηνευτών για την προέλευση του ύμνου από τη λατρεία της Συναγωγής (από την αναφορά της λειτουργίας των Ασσυρίων Addai και Mari, η οποία δέχτηκε επιδράσεις από την ευλογία της πρωινής προσευχής Yotzer Or της Συναγωγής, και μεταφέρθηκε από τους Σύριους Χριστιανούς του 3ου αι. που μιλούσαν Αραμαϊκά). Ο ίδιος υποστηρίζει ότι ο τρισάγιος ύμνος είναι μία σύνθεση που χρησιμοποιεί μία οικεία πατερική εξηγητική μέθοδο, μέσα σ’ ένα ιδιαίτερο ιστορικό περιβάλλον, στο οποίο εν προκειμένω η Εκκλησία χρειαζόταν να επιβεβαιώσει τη νίκη των είδώλων.

[8] Οι ψαλμοί από επίδραση της λατρείας της Συναγωγής είναι τα πρώτα βιβλικά κείμενα που υιοθετήθηκαν στη λατρεία των Χριστιανών στην αρχή ως πεζά  με απολογητικό και διδακτικό χαρακτήρα και στη συνέχεια μελοποιημένοι σε αντιδιαστολή με τους γνωστικούς λατρευτικούς ύμνους, Βλέπε Π. Χρήστου, Ελληνική Πατρολογία, Τόμος Β’Εκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 1991, σελ 71-73. Βλέπε επίσης Καριοφίλη Μητσάκη, Βυζαντινή Υμνογραφία, Τόμος Α’ από την Καινή Διαθήκη έως την Εικονομαχία, Πατριαρχικόν Ιδρυμα Πατερικών μελετώ, Θεσσαλονίκη, 1971, σελ. 53-57 όπου γίνεται αναφορά στο εφύμνιο, «το οποίο στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες αντιπροσωπεύει ένα στερεότυπο στίχο που τον επαναλαμβάνει όλο το εκκλησίασμα μετά την εκτέλεση (απαγγελία ή τραγούδι) ενός στίχου των Ψαλμών του Δαβίδ, είτε μιας στροφής κάποιου ύμνου της Γραφής ή και νεώτερου, όπως λ.χ. το κοινωνικό»

[9] Liddel and Scott, εκδ. Σιδέρη, Τόμος 4ος, σελ. 45

[10] Βλέπε Μητσάκη, Βυζαντινή, σελ. 144, όπου παραπομπή σε A.Hahn, Bardesanes, gnosticus Syrorum primus hymnologus. Commentatio Historico-theologica, Λειψία, 1819, σ.. 28.

[11] Φωτίου, Βιβλιοθήκη, εκδ. Henry, t.I, Παρίσι 1959, σ.23 (II. 3).

[12] Κατά Ἀρειανῶν, ι 2-5

[13] Βλέπε σχετική συζήτηση M.L. West, The Metre of Ariu’s Thalia, The Journal of Theological Studies, New Series, Volume XXXIIII, 1982, p.98-105

[14] Οι ειδικοί στην αρχαία μετρική έχουν κατά καιρούς αμφισβητήσει αν όντως η Θάλεια ακολουθεί τη μετρική του Σωτάδη, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για στίχους με δακτυλικό εξάμετρο ή για αναπαίστους. Η νεώτερη όμως έρευνα κλίνει προς τον ιωνικό πόδα, που είναι η χαρακτηριστική  στιχουργία  του Σωτάδη. Βλέπε West, The Metre, σελ.103-104

[15] West, The metre, σ.103.

[16] Σωκράτη Σχολαστικοῦ, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, PG, 67, 689 B(VI 8) «περί των συνάξεων τῶν νυκτερινῶν ὕμνων τῶν Ἀρειανῶν, καί τῶν τό ὁμοούσιον πρεσβευοντων, καί περί τῆς γενομένης ἐν αὐτοῖς συμβολῆς˙καί ὅτι ἡ τῶν ἀντιφώνων ὑμνωδία ἀπό Ἰγνατίου τοῦ θεοφόρου ἔσχεν τήν ἀρχήν».

[17] Την ίδια πρακτική ακολούθησε με επιτυχία και ο Μαρτίνος Λούθηρος (1483-1546, ο οποίος στήριξε τη διάδοση της θεολογικής του διδασκαλίας στην αρχή Sagen und Singen, δηλαδή στο κήρυγμα και στον ύμνο. Χρησιμοποίησε ύμνους της Ρωμαιοκαθολικής παράδοσης που τους μετέφρασε στα Γερμανικά ή συνέγραψε καινούριους ο ίδιος και άλλοι οπαδοί της Μεταρρύθμισης. Οι ύμνοι προορίζονταν να ψαλούν εντός ή εκτός του ναού και διαδίδονταν ευρύτατα με φυλλάδια που σκορπούσαν στους δρόμους και τις πλατείες τη Βυττεμβέργης, χάρη στην τυπογραφία. Βλέπε James Lyon, Martin Luther, Fondateur de l hymnologie moderne, Foi et Vie, Volume CIX, n.3, Juin 2010, p 18-32. 

[18] Βλέπε Μητσάκη, Βυζαντινή, σελ. 41-42

[19] «Τα τροπάρια καί κανόνας ψάλλειν καί ἤχους μελίζειν τοῖς κατά κόσμον ἱερεῦσι τε και λοιποῖς ἁρμόζον΄διά τοῦτο γάρ  καί ὁ λαός ἐν ταῖς ἐκκλησίαις συναθροίζεσθαι εἰώθη τοῖς δέ μοναχοῖς, τοῖς μακράν κατά τῶν τοῦ κόσμου θορύβων διάγουσι, τό τοιοῦτον ού μόνον ἀσύμφορν ἐστί ἀλλά καί βλάβης πολλάκις γίνεται πρόξενον» J.B Pitra, Hymnographie de l’ église grecque, Ρώμη 1867, σ.43.

[20] Για τη γένεση και διαμόρφωση της χριστιανικής ομιλίας βλέπε Δήμητρας Κούκουρα, Η χριστιανική ομιλία, Εκδόσεις Μπαρμπουνάκης, Θεσσαλονίκη 2014 σελ. 171-213 και της ιδίας Η Ρητορική και η Εκλησιαστική Ρητορική, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2006, σελ. 183-280

[21]  Rudolf  Karl, Bultmann Der Stil der paulinischen Predigt und die kynisch-stoische Diatribe, 1910.

[22] H.D. Jocelyn, Diatribes and sermons, Liverpool Classical Monthly (LCM) 7, 1 (Jan 1982), p3-7 και “Diatribes” and the Greek book-title«Διατριβαί», LCM 8.6 (June 1983) σ. 89-91.

[23] Ο ρήτορας Αντισθένης (444-365 πΧ), ιδρυτής των Κυνικών, υπήρξε μαθητής του Γοργία και του Σωκράτη,

[24] Ο αττικισμός ήταν ένα φιλολογικό ρεύμα που εμφανίστηκε στην Αλεξάνδρεια και προέτρεπε τη μίμηση της αττικής διαλέκτου, προκειμένου να παραχθούν λογοτεχνικά έργα αντάξια με εκείνα των κλασικών χρόνων. Επικράτησε στον γραπτό λόγο ως μίμηση μιας παρωχημένης μορφής της ελληνικής γλώσσας, ενώ η ζωντανή της μορφή παρέμενε μόνον προφορική, η γνωστή Ελληνιστική Κοινή, στην οποία καταγράφηκαν τα Βιβλία της Καινής Διαθήκης και μεταφράστηκαν από τους Εβδομήκοντα τα βιβλία της Παλαιάς. Κούκουρα, Ρητορική, σ. 77-83.

[25] George Kennedy,  Classical Rhetoric and its Christian and Secular Tradition, From Ancient to Modern Times, The University of North Caroline Press, 198, p.136

[26] Περί Πάσχα, Sources Chrétiennes, 3, 13-19 σ. 61-63

[27] Βλέπε περισσότερα George A. Kennedy,Ιστορία της Κλασσικής Ρητορικής  σ 366-407 και Graham Anderson, The Second Sophistic A Cultural Phenomenon in the Roman Empire, Routledge, London 2006, .47-69

[28] Πρόκειται για το «πρέπον» (decus) του Αριστοτέλη. Βλέπε σχετικά Κούκουρα, Ρητορική,  σελ.199-273.

[29]  Η ποιητική λειτουργία της γλώσσας εμπλέκεται, όταν το ύφος του μηνύματος αποκτά εξίσου αξία όπως και το περιεχόμενό του. Η λειτουργία αυτή δεν είναι παρούσα μόνον στα ποιητικά κείμενα, αλλά και στον πεζό λόγο. Στα νεώτερα χρόνια είναι εμφανής στις διαφημίσεις, στα συνθήματα των πολιτικών κ.ο.κ. βλέπε περισσότερα Roman Jakobson, Essais de linguistique génerale, 1. Les fondations du langage, éd. du Minuit, Paris 1963, Chap. X, Linguistique et poétique, p.201-248.

[30] Για το λογοτεχνικό διαχρονικό αυτό φαινόμενο, βλέπε ενδιαφέρουσα μελέτη D’un genre littéraire à l’ autre, Sous la direction de Michèle Guéret – Laferté et Daniel Mortier, Publications des Universités de Rouen et du Havre, 2008/

[31] Νικολάου Τωμαδάκη, Η Βυζαντινή Υμνογραφία και Ποίησις, Αθήναι, 1965, σ. 45--53

[32] Νίκου Ματσούκα, Ορθοδοξία και αίρεση, στους εκκλησιαστικούς ιστορικούς του Δ’, Ε᾿ Στ’’ αιώνα, Εκδόσεις Πουρναρά, Θεσσαλονίκη, 2011, σελ.294-255 «Εξαιτίας της υποστατικής ένωσης είναι πάντοτε ο ίδιος που πράττει τα θεία και τα ανθρώπινα ως Θεάνθρωπος. Όταν πεινάει ή δακρύζει λόγου χάρη και όταν παθαίνει στον σταυρό, ο ίδιος ο Λόγος παθαίνει όλα αυτά (σαρκί), γιατί είναι σαρκωμένος. Όταν θαυματουργεί και ανασταίνεται, λόγου χάρη, πάλι ο ίδιος ο σαρκωμένος Λόγος, ως Θεάνθρωπος, πραγματοποιεί αυτά τα έργα. Η ενοποιημένη τούτη δράση του Χριστού, ανθρωπίνων και θείων πράξεων, λέγεται αντίδοση των ιδιωμάτων»

[33] Βλέπε πληρέστερη προσέγγιση για αυτό το θέμα στις μελέτες μας «Η ομιλητική διάσταση της υμνογραφίας» και «Το γλωσσικό απρόσιτο των ελληνοφώνων λειτουργικών κειμένων και ο ατελέσφορος ομιλητικός τους στόχος» στον τόμο Εκκλησία και γλώσσα, επικοινωνιακή προσέγγιση, Εκδόσεις Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2009, σ.105-187.

[34] Βλέπε σχετικά Αρχιμ. Σιλουανού ONER, Νυν Μητροπολίτη Βρετανικών Νήσων και Ιρλανδίας, Η ομιλητική διάσταση της υμνογραφίας της Μ. Εβδομάδας, διδακτορική διατριβή που υποβλήθηκε στο Τμήμα Θεολογίας του Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 2010. 

[35] Βλέπε Πρωτοπρ. Αλκιβιάδη Καλύβα, Η Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα στην Ελληνορθόδοξη Εκκλησία, μτφρ. Δήμητρας Κούκουρα, Εκδόσεις Πουρναρά, Β’Έκδοση, Θεσσαλονίκη 1996.

[36] Βλέπε σχετικά Κούκουρα, Το γλωσσικό απρόσιτο των ελληνοφώνων λειτουργικών κειμένων, Εκκλησία και γλώσσα, σ.175-194.