Με θέμα "Ένα ταξίδι στον κόσμο της Ορθόδοξης Χριστιανικής Αρχιτεκτονικής" κυκλοφόρησε το Ημερολόγιο του Συγκροτήματος Τράπεζας Κύπρου για το 2010, το οποίο είναι αφιερωμένο στις κοινές θρησκευτικές και πολιτισμικές καταβολές της Κύπρου, της Ελλάδας, της Ρωσίας, της Ουκρανίας και της Ρουμανίας.
Στο Ημερολόγιο παρουσιάζονται δώδεκα θρησκευτικά μνημεία των πέντε χωρών, τα οποία αποτελούν μοναδικής αξίας κτίσματα και έχουν ενταχθεί στον κατάλογο προστατευμένων περιοχών του Κέντρου Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UΝΕSCΟ.
Είναι ναοί, μοναστήρια ή μοναστικά συγκροτήματα των πέντε χωρών, στις οποίες δραστηριοποιείται η Τράπεζα Κύπρου, που αναδεικνύουν την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση και αντικατοπτρίζουν τους ισχυρούς πολιτισμικούς δεσμούς που συνδέουν ιστορικά τους λαούς αυτούς. Ανάμεσα στα αρχιτεκτονικά δείγματα της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης που κοσμούν το Ημερολόγιο περιλαμβάνονται το Άγιον Όρος, ο Καθεδρικός Ναός Αγίας Σοφίας στο Κίεβο, η εκκλησία του Αγίου Νικολάου της Στέγης στην Κακοπετριά, το Μοναστικό Σύμπλεγμα Νοβοντέβιτσι στη Μόσχα και η εκκλησία της Αναστάσεως στο Μοναστήρι Σουκεβίτα στη Ρουμανία.
"Με υπόβαθρο τις κοινές θρησκευτικές ρίζες που συνδέουν την Κύπρο και την Ελλάδα με τις νέες αγορές της Ανατολικής Ευρώπης, Ρωσία, Ρουμανία και Ουκρανία, το Συγκρότημα της Τράπεζας Κύπρου καταθέτει τη δική του συνεισφορά για την ανάπτυξη σύγχρονων οικονομικών και επιχειρηματικών δεσμών για κοινό όφελος", αναφέρει ο Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής του Συγκροτήματος Τράπεζας Κύπρου Ανδρέας Ηλιάδης.
Όπως σημειώνει, πρόκειται για δεσμούς οι οποίοι που, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας και της Ουκρανίας και με επίκεντρο την ανθούσα κατά το 18ο και 19ο αιώνα ιστορική πόλη της Οδησσού, έθεσαν τις βάσεις για την ανάπτυξη των κοινοτήτων του απόδημου ελληνισμού, με πεδίο δραστηριότητας τους χώρους του εμπορίου, των επιχειρήσεων αλλά και του πολιτισμού και της διανόησης. "Αυτοί οι ισχυροί δεσμοί που σφυρηλατήθηκαν μέσα από τις κοινές θρησκευτικές παραδόσεις των πέντε χωρών, αλλά και τις κοινές δοκιμασίες που βίωσαν οι λαοί τους μέσα από διωγμούς, πολέμους, κατακτήσεις και προσπάθειες για την πολιτιστική και εθνική τους αλλοτρίωση, εξακολουθούν να ισχύουν και σήμερα".
Τη σημασία της πρωτοβουλίας αυτής της τράπεζας Κύπρου επεσήμανε σε χαιρετισμό της και η πρόεδρος της Κυπριακής Εθνικής Επιτροπής UΝΕSCΟ Λουκία Χατζηγαβριήλ. "Πρωτοβουλίες όπως το Ημερολόγιο 2010 της Τράπεζας Κύπρου, αναδεικνύονται ως ιδιαίτερα σημαντικές, καθώς ενισχύουν τις προσπάθειές μας για ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κοινού σε σχέση με την αξία και σημασία της πολιτιστικής κληρονομιάς της Κύπρου αλλά και της πολιτιστικής και φυσικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας, καθώς η προστασία και διαφύλαξη των μνημείων αυτών, αφορά τον κάθε ένα από εμάς ξεχωριστά" αναφέρει η κ. Χατζηγαβριήλ.
Την παρουσίαση του Ημερολογίου έκανε με διαφάνειες ο δρ Χριστόδουλος Χατζηχριστοδούλου, έφορος Συλλογών του Πολιτιστικού Ιδρύματος της Τράπεζας Κύπρου.
Όπως ανέφερε, από τα δέκα βυζαντινά μνημεία της UNESCO στην Κύπρο, έχουν επιλεγεί και παρουσιάζονται τρία.
Το πρώτο είναι ο ναός του Αγίου Νικολάου της Στέγης, που βρίσκεται νότια του χωριού Κακοπετριά, στις όχθες του ποταμού Καρκώτη και ήταν καθολικό Μονής η ίδρυση της οποίας τοποθετείται στον 11ο αιώνα. Η μονή ήκμασε κατά τη Μέση Βυζαντινή περίοδο όσο και κατά τη Λατινοκρατία (11ο-15ο αι.). Παρήκμασε όμως τον 18ο αιώνα λόγω της τουρκικής κατοχής της Κύπρου, οπότε και διαλύθηκε. Η εκκλησία ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο του εγγεγραμμένου σταυροειδούς με τρούλο. Στην αρχική της φάση ήταν χωρίς νάρθηκα και χωρίς τη δεύτερη ξύλινη επικλινή στέγη που κρύβει τον αρχιτεκτονικό της τύπο. Αυτή η δεύτερη στέγη έδωσε την προσωνυμία "της Στέγης" στον Άγιο Νικόλαο ήδη από τον 13ο αιώνα. Ο νάρθηκας, στο δυτικό τμήμα της εκκλησίας, κτίστηκε στις αρχές του 12ου αιώνα και καλύπτεται με θόλο σε σχήμα ασπίδας (φουρνικό). Οι επιφάνειες των εσωτερικών τοίχων καλύπτονται με τοιχογραφίες που χρονολογούνται από τον 11ο έως και τον 17ο αιώνα. Στον κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς συμπεριλήφθηκε το 1985.
Το δεύτερο μνημείο είναι η Παναγία η Φορβιώτισσα ή Παναγία της Ασίνου που βρίσκεται στα νότια του χωριού Νικητάρι στους πρόποδες του Τροόδους. Ο ναός είναι το μοναδικό κτίριο που απόμεινε από την βυζαντινή μονή της Παναγίας των Φορβίων. Η μονή ιδρύθηκε από τον μάγιστρο Νικηφόρο Ισχύριο μεταξύ του 1099 και 1105/6.
Η εκκλησία είναι μικρών διαστάσεων, μονόκλιτη και καμαροσκέπαστη. Φέρει δεύτερη ξύλινη επικλινή στέγη καλυμμένη με επίπεδα κεραμίδια. Ο νάρθηκας, με δύο ημικυκλικές αψίδες και φουρνικό, κτίστηκε στο τέλος του 12ου αιώνα. Το εσωτερικό του ναού διακοσμείται με τοιχογραφίες που χρονολογούνται από το 12ο έως και τον 17ο αιώνα.
Από τις τοιχογραφίες ενδιαφέρον παρουσιάζει η κτιτορική παράσταση, έργο του 14ου αιώνα πάνω από τη νότια είσοδο που απεικονίζει τον Νικηφόρο Ισχύριο με το ομοίωμα του ναού να οδηγείται από τη Θεοτόκο στον ένθρονο Χριστό. Στον κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO συμπεριλήφθηκε το 1985.
Το τρίτο μνημείο είναι η εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο Παλαιχώρι. Κτίστηκε στις αρχές του 16ου αιώνα και είναι μονόκλιτη με κλειστή στοά στη νότια και δυτική πλευρά της που κατασκευάσθηκε το 1655. Η εκκλησία φέρει μια δίρρυτη ξύλινη στέγη καλυμμένη με αγκιστρωτά επίπεδα κεραμίδια που καλύπτει εκτός από τον κυρίως ναό, την αψίδα και τη στοά. Εσωτερικά διασώζει ένα από τους πληρέστερους εικονογραφικά αγιολογικούς κύκλους της περιόδου της Βενετοκρατίας στην Κύπρο. Οι σημαντικές τοιχογραφίες της που χρονολογήθηκαν μεταξύ των ετών 1494 και 1514 ανήκουν στη βυζαντινή τεχνοτροπία και μπορούν να αποδοθούν στον ζωγράφο Φίλιππο Γούλ και στον περίγυρό του. Στον κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO συμπεριλήφθηκε το 2001.
ΕΛΛΑΔΑ
Από τον ελλαδικό χώρο επιλέγηκαν η Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο, το Άγιο Όρος και τα Μετέωρα.
Τον 11ο αιώνα ο Αυτοκράτορας Αλέξιος ο Κομνηνός δώρισε με Χρυσόβουλλο το νησί της Πάτμου στον Όσιο Χριστόδουλο, ο οποίος, διωγμένος από το Όρος Λάτρος, λόγω των Αραβικών επιδρομών είχε καταλήξει στην έρημη τότε Πάτμο, τόπο ιδανικό για άσκηση. Με την εγκατάστασή του στην Πάτμο ο Όσιος ξεκινά το κτίσιμο Μοναστηριού που αφιερώνει στον αγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, ο οποίος ως γνωστόν εξορίστηκε το 95 μ.Χ. στο νησί, όπου και συνέγραψε το βιβλίο της Αποκάλυψης. Η αρχιτεκτονική του μοναστηριακού συγκροτήματος έχει φρουριακό χαρακτήρα που διαμορφώθηκε σταδιακά ως αποτέλεσμα διαφόρων οικοδομικών φάσεων. Γύρω από το μοναστήρι αναπτύχθηκε ήδη από τα μεσαιωνικά χρόνια ο οικισμός της Χώρας. Το καθολικό του μοναστηριού ακολουθεί τον αρχιτεκτονικό τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλλο ναού. Τα δάπεδα είναι στρωμένα με παλαιοχριστιανικά μαρμαροθετήματα. Οι εσωτερικές επιφάνειες του καθολικού καλύπτονται με τοιχογραφίες κρητικής τέχνης που χρονολογούνται γύρω στο 1600. Το ιερό Σπήλαιο της Αποκάλυψης βρίσκεται στο μέσον περίπου της διαδρομής από το λιμάνι της Σκάλας μέχρι τη Χώρα. Διαμορφώθηκε σε χώρο λατρείας από τον ίδιο τον Όσιο Χριστόδουλο και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προσκυνήματα του χριστιανικού κόσμου. Το 1999 η Μονή του Θεολόγου, το Σπήλαιο της Αποκάλυψης και ο μεσαιωνικός οικισμός της Χώρας συμπεριλήφθηκαν στον κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO
Η Χερσόνησος του Αγίου Όρους είναι η βορειοανατολική χερσόνησος της Χαλκιδικής. Οι είκοσι σήμερα μονές του Αγίου Όρους έχουν ιδιαίτερη επίδραση στον Ορθόδοξο κόσμο. Οι μονές που ιδρύθηκαν τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο είναι κατά ιεραρχική σειρά οι εξής: Μεγίστη Λαύρα, Βατοπαιδίου, Ιβήρων, Χιλανδαρίου, Διονυσίου, Κουτλουμουσίου, Παντοκράτορος, Ξηροποτάμου, Ζωγράφου, Δοχειαρίου, Καρακάλλου, Φιλοθέου, Σιμωνόπετρας, Αγίου Παύλου, Σταυρονικήτα, Ξενοφώντος, Γρηγορίου, Εσφιγμένου, Αγίου Παντελεήμονος και Κωνσταμωνίτου.
Οι μονές έχουν φρουριακό χαρακτήρα καθώς περιβάλλονται με ψηλά τείχη από τα οποία ξεχωρίζει ο πύργος. Έχουν εκτός από τον κεντρικό ναό, το καθολικό, παρεκλήσια, τράπεζα εστίασης των μοναχών, κελλιά, βιβλιοθήκη, σκευοφυλάκιο και βοηθητικούς χώρους. Εκτός μονής βρίσκονται οι κήποι, οι σκήτες, τα κελλιά και άλλοι εξαρτηματικοί χώροι. Στην παραλία βρίσκεται ο αρσανάς για την φύλαξη των ψαρόβαρκων. Στις αγιορειτικές μονές διασώζονται σημαντικές τοιχογραφίες και ψηφιδωτά και φυλάσσονται πλήθος ιερών κειμηλίων.
Το Άγιο Όρος είναι αυτοδιοίκητο και αυτόνομο. Πρωτεύουσα του Αγίου Όρους είναι οι Καρυές. Εκεί βρίσκεται και η έδρα της Ιεράς Επιστασίας, των αντιπροσώπων των είκοσι κυρίαρχων μονών. Το Άγιο Όρος υπάγεται πολιτικά στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας και εκκλησιατικά στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Είναι άβατο στις γυναίκες. Στον κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO συμπεριλήφθηκε το 1988.
Τα Μετέωρα είναι ένα σύμπλεγμα από γιγάντιους και απόκρημνους βράχους έξω από την πόλη της Καλαμπάκας στην Κεντρική Ελλάδα. Τα μοναστήρια που είναι κτισμένα στις κορυφές των βράχων αποτελούν το σημαντικότερο μετά το Άγιο Όρος μοναστικό συγκρότημα του ελληνικού χώρου. Στα Μετέωρα συνδυάζεται η φυσική ομορφιά, η βυζαντινή παράδοση, η ιστορική μνήμη και η σύγχρονη ζωντανή παρουσία.
Στα Μετέωρα κτίστηκαν κατά καιρούς διάφορα μοναστήρια από τα οποία σήμερα λειτουργούν μόνο έξι. Στην περίοδο της ακμής της η μοναστική πολιτεία αριθμούσε 24 μοναστήρια, ενώ υπήρχε ένα πλήθος από ασκητήρια, σπήλαια, εγκλείστρες και μικρούς ναούς. Η παρουσία των ασκητών στους βράχους των Μετεώρων μπορεί να τοποθετηθεί στον 11ο αιώνα. Οι ασκητές για να αναρρηχηθούν στις κάθετες πλευρές των βράχων χρησιμοποιούσαν σκαλωσιές στερεωμένες σε δοκάρια σφηνωμένα σε τρύπες μέσα στο βράχο. Οι μονές ήκμασαν ιδιαίτερα κατά τον 15ο αιώνα. Τα καθολικά των μονών διακοσμήθηκαν με τοιχογραφίες αξιόλογων ζωγράφων της τελευταίας βυζαντινής περιόδου, όπως ο Θεοφάνης Στρελίτζας Μπαθάς και ο Φράγγος Κατελάνος. Στη βάση των βράχων των Μετεώρων βρίσκεται το γραφικό χωριό Καστράκι που ο δρόμος του οδηγεί τον επισκέπτη σε μια ανηφορική διαδρομή στα έξι κατοικημένα σήμερα μοναστήρια του Ρουσάνου ή Αρσάνη, της Μεταμορφώσεως (Μεγάλου Μετεώρου), των Αγίων Πάντων ή του Βαρλαάμ, της Αγίας Τριάδος, του Αγίου Στεφάνου και του Αγίου Νικολάου του Αναπαυσά. Τα Μετέωρα συμπεριλήφθηκαν στον κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO το 1988.
Από τη Ρωσία επιλέγηκαν η Λαύρα Αγίας Τριάδας στο Σεργκιέγιεφ Ποσάντ, το μοναστικό σύμπλεγμα Novodevichy της Μόσχας και τα Ιστορικά μνημεία του Νοβγκόροντ
Η Λαύρα Αγίας Τριάδας ή του Αγίου Σεργίου είναι , όπως ανέφερε ο δρ Χατζηχριστοδούλου, το σημαντικότερο μοναστήρι και πνευματικό κέντρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ρωσίας που βρίσκεται στην πόλη Σεργκιέγιεβ Ποσάντ. Ιδρύθηκε στα 1345 από τον άγιο Σέργιο του Ραντονέζ. Το μοναστήρι αυτό είναι σήμερα η κατοικία του Πατριάρχου Μόσχας.
Ο ναός της Αγίας Τριάδας κτίστηκε από πρόσφυγες Σέρβους μοναχούς που κατέφυγαν εκεί μετά τη μάχη του Κοσσόβου. Οι μεγαλύτεροι Ρώσοι αγιογράφοι της εποχής ο Andrei Rublev και ο Daniil Chyomy ανέλαβαν να διακοσμήσουν το ναό με τοιχογραφίες.
Περίφημη είναι η εικόνα της Αγίας Τριάδας, έργο του Rublev η οποία σήμερα εκτίθεται στην Γκαλερύ Tretyakov στη Μόσχα.
O πεντάτρουλλος ναός της Θεοτόκου στο κέντρο του συγκροτήματος κτίστηκε στα μέσα του 16ου αιώνα. Ο κεντρικός χρυσός τρούλος περιβάλλεται από τέσσερις γαλάζιους τρούλους διακοσμημένους με αστέρια.
Στα τείχη της μονής υπάρχουν έντεκα πύργοι. Μέσα στη Λαύρα βρίσκεται ένα από τα πρώτα νοσοκομεία της Ρωσίας (17ος αι.), η Τράπεζα με την εκκλησία του Αγίου Σεργίου (17ος αι.), μοναστικά κελιά (17ος-18ος αι.), κωδωνοστάσιο (18ος αι.) και άλλα κτήρια, όπως Σχολή (Σεμινάριο), Βιβλιοθήκη. Στα Μουσεία της Μονής εκτίθενται 10.000 περίπου αντικείμενα.
Η Λαύρα της Αγίας Τριάδας συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO το 1993.
Το μοναστικό σύμπλεγμα Novodevichy βρίσκεται στις όχθες του ποταμού της Μόσχας λίγα χιλιόμετρα νότια του κέντρου της Μόσχας. Ιδρύθηκε το 1524 από το Τσάρο Βασίλειο Γ΄ (1479-1533) με την ευκαιρία της κατάληψης του Smolensk από τη Λιθουανία. Ήταν μέρος ενός αμυντικού συστήματος μοναστηριών, που προστάτευαν την πόλη. Οι οχυρώσεις του μοναστηριού έχουν δώδεκα εντυπωσιακούς πολεμικούς πύργους.
Το μοναστήρι ήταν συνδεδεμένο με την πολιτική, θρησκευτική και πολιτισμική ιστορία της Ρωσίας καθώς είχε απευθείας σχέσεις με το Κρεμλίνο και έγινε το μοναστήρι των γυναικείων μελών της τσαρικής οικογένειας. Χρησιμοποιήθηκε ακόμη ως φυλακή και ως τόπος ταφής μελών της τσαρικής οικογένειας.
Ελάχιστα απομένουν από την αρχική φάση της Μονής. Τα περισσότερα από τα υφιστάμενα κτήρια χρονολογούνται από το 1680. Μετά την κομμουνιστική επανάσταση του 1917 οι εκκλησίες του μοναστηριού Novodevichy's έκλεισαν και το 1922 μετατράπηκε σε μουσείο.
Μέσα στο μοναστηριακό σύμπλεγμα υπάρχουν διάφορες ναοί. Ο πιο σημαντικός είναι ο επιβλητικός καθεδρικός ναός της Παναγίας του Smolensk που κτίστηκε το 1524.
Το κωδωνοστάσιο της μονής έχει ύψος 326 πόδια. Στην κορυφή του επιστέφεται από ένα χρυσό τρούλλο, ο οποίος φαίνεται από χιλιόμετρα μακριά.
Το κοιμητήριο στο Novodevichy είναι το διασημότερο στη Ρωσία και το τρίτο δημοφιλές αξιοθέατο της Μόσχας. Έχει πάρκο με μικρά παρεκκλήσια και μεγαλοπρεπή μνημεία. Το κοιμητήριο κτίστηκε εξ αρχής ακριβώς έξω από το μοναστήρι. Σήμερα στο κοιμητήριο βρίσκονται οι τάφοι Ρώσων επιφανών συγγραφέων, συνθετών, ποιητών, ηθοποιών, πολιτικών αρχηγών και επιστημόνων. Περισσότερα από 27,000 άτομα βρίσκονται θαμμένα στο κοιμητήριο Novodevichy.
Το μοναστήρι Novodevichy και το κοιμητήριό του είναι στον κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO από το 2004.
Ιστορικά μνημεία Νοβγκόροντ
Το Νοβγκόροντ ιδρύθηκε τον 10ο αιώνα ακριβώς την περίοδο που εκχριστιανίστηκε η Ρωσία. Το Νόβγκοροντ έχει χαρακτηριστεί ως "Πόλη Μουσείο" εξ αιτίας των πολλών μνημείων και του πολιτιστικού πλούτου που άφησαν κληρονομιά στην πόλη οι περίοδοι κατά τις οποίες αποτέλεσε θρησκευτικό, αρχιτεκτονικό και πολιτιστικό πυρήνα της Ρωσίας. Άξια λόγου είναι και τα τείχη του Νοβγκόροντ που είναι και τα παλαιότερα στη Ρωσία.
Τα εκκλησιαστικά μνημεία της πόλης είναι ιδιαίτερα σημαντικά. Ξεχωρίζουν ο καθεδρικός ναός της του Θεού Σοφίας και ο ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος που είναι διακοσμημένος με τοιχογραφίες του 14ου αιώνα, έργα του Κωνσταντινουπολίτη ζωγράφου Θεοφάνη του Έλληνα.
Τα μνημεία του Νοβγκόροντ βρίσκονται στον κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς από το 1992.
Ουκρανία: Μοναστικό σύμπλεγμα Λαύρας των Σπηλαίων
Η Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου βρίσκεται στο νότιο άκρο του Κιέβου και είναι κτισμένη σε δύο λόφους της δεξιάς όχθης του Δνείπερου ποταμού.
Το καθολικό της Λαύρας των Σπηλαίων κτίστηκε από Κωνσταντινουπολίτες μαστόρους από το 1073 έως το 1089 και αφιερώθηκε στην Κοίμηση της Θεοτόκου.
Κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα, εξαιτίας των ρωσοτουρικών διενέξεων, η μονή δέχεται καταστρεπτικές επιθέσεις των Τούρκων. Ο τσάρος για να την προφυλάξει την οχυρώνει αρχικά με χωμάτινα αναχώματα και στη συνέχεια με πέτρινο τείχος και πύργους.
Μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε στα 1718 καταστρέφει το τυπογραφείο, το καθολικό και το μεγαλύτερο τμήμα του μοναστηριακού συγκροτήματος. Μέσα από τις στάχτες οι μοναχοί ανασύρουν τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας που δεν είχε υποστεί παρά ασήμαντες ζημιές. Η είδηση της διάσωσης της εικόνας χαροποίησε τον Μέγα Πέτρο, ο οποίος χορήγησε την ανοικοδόμησή της.
Η μονή διαλύθηκε βίαια μετά την οκτωβριανή επανάσταση του 1917. Το 1941 η μονή λεηλατήθηκε από τους Γερμανούς κατακτητές, που αφαίρεσαν σημαντικούς βυζαντινούς και μεταβυζαντινούς θησαυρούς της. Το καθολικό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου καταστράφηκε και ανοικοδομήθηκε ξανά.
Στα τελευταία χρόνια, στην άλλοτε περίδοξη Κίεβο-Πετσέρσκαγια Λαύρα άρχισαν να επανεγκαθίστανται μοναχοί.
Στον κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO συμπεριλήφθηκε το 1990.
Ο καθεδρικός ναός της του Θεού Σοφίας στο Κίεβο κτίστηκε γύρω στο 1037 - 1046 από τον πρίγκιπα Ιαροσλάβο το Σοφό και σχεδιάστηκε στο πρότυπο του ναού της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως, ίσως και της Νέας Εκκλησίας που κτίστηκε το 864 μέσα στο Μεγάλο Παλάτιο. Για το σκοπό αυτό ο πρίγκιπας Ιαροσλάβος μετακάλεσε Έλληνες από την Κωνσταντινούπολη.
Ο ναός της Αγίας Σοφίας στην αρχική της μορφή είναι μια σταυροειδής τρουλαία εκκλησία με πέντε κλίτη και πέντε αντίστοιχα αψίδες στα ανατολικά.
Μετά την καταστροφή της από τους Μογγόλους το 1240 έμεινε ερειπωμένη έως τον 17ο αιώνα, οπότε αναστηλώθηκε σε ρυθμό μπαρόκ. Το 1707 ξανακτίστηκε με τους δεκατρείς χαρακτηριστικούς θόλους σε σχήμα αχλαδιού. Ο καθεδρικός ναός στη σημερινή του μορφή αποτελεί ένα συνδυασμό αρχιτεκτονικής του 17ου-19ου αιώνα. Το ύψος του κωδωνοστασίου του ναού είναι 76 μ. χωρίς τον σταυρό.
Ο ναός είναι διακοσμημένος με βυζαντινά ψηφιδωτά και τοιχογραφίες που έγιναν από ομάδα καλλιτεχνών που ο Ιεροσλάβος έφερε από την Κωνσταντινούπολη.
Στο κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς βρίσκεται από το 1990.
Ρουμανία: Εκκλησία της Αναστάσεως Μοναστήρι Sucevita
Στην περιοχή της βόρειας Μολδαβίας στη Ρουμανία βρίσκεται μια ομάδα τοιχογραφημένων εκκλησιών που είναι μοναδικές στην Ευρώπη. Είναι γνωστές ως "Οι ζωγραφισμένες εκκλησίες της βόρειας Μολδαβίας" και επτά από αυτές είναι κτισμένες μεταξύ των ετών 1487 και 1532. Οι συγκεκριμένες εκκλησίες περιλαμβάνονται στον κατάλογο της UNESCO από το 1993. Οι εξωτερικές τοιχογραφίες τους τις έχουν κάνει διεθνώς γνωστές, λόγω των έντονων και φωτεινών χρωμάτων, των κομψών μορφών και των ιστορικών σκηνών που απεικονίζονται σ' αυτές. Αναμφίβολα αποτελούν αριστουργήματα της πρώιμης μεταβυζαντινής τέχνης και βρίσκονται σε τέλεια αρμονία με το φυσικό περιβάλλον της περιοχής.
Ένα άλλο αξιόλογο μνημείο της περιοχής είναι και η μονή Sucevita. Η Μονή βρίσκεται στο χωριό Sucevita και ιδρύθηκε τα έτη 1582-84. Το μοναστήρι έχει φρουριακό χαρακτήρα αφού περιβάλλεται από ψηλό τείχος.
Το καθολικό της μονής που είναι αφιερωμένο στην Ανάσταση του Χριστού κτίστηκε το 1585 και έχει προταθεί ως η όγδοη εκκλησία για εγγραφή στον κατάλογο της UNESCO. Διασώζει στους εξωτερικούς και εσωτερικούς τοίχους του περίτεχνες τοιχογραφίες που χρονολογούνται από τον 16ο αιώνα. Στις τοιχογραφίες παρουσιάζονται λαϊκά στοιχεία που προέρχονται από την περιοχή Bukovina.
Στο μοναστήρι λειτουργεί μουσείο, στο οποίο εκτίθενται ιερές εικόνες, χειρόγραφα και παλαιά αντικείμενα.
«Το ταξίδι-προσκύνημα στα μοναστήρια και τις εκκλησίες δεν τελειώνει εδώ. Η τέχνη και η αγιότητα των ορθόδοξων μνημείων που είδαμε θα σας κρατούν συντροφιά για το 2010 μέσα από τα φύλλα των ημερολογίων της Τράπεζας Κύπρου» ,κατέληξε ο δρ Χριστόδουλος Χατζηχριστοδούλου.