Η Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Επιτροπή που συνήλθε προ ημερών στο Ορθόδοξο Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Γενεύη, (9-17 Δεκεμβρίου 2009), υπήρξε, χωρίς αμφιβολία, μια άκρως ενδιαφέρουσα και αξιοπρόσεκτη σύναξη. Μια νέα γενεά Ιεραρχών και θεολόγων, μαζί με τους αρχαιότερους και πλέον πεπειραμένους περί τα Διορθόδοξα θέματα αδελφούς των, έδωσαν μια διαφορετική «νότα» στις διαβουλεύσεις, οι οποίες διεξήχθησαν μέσα σε μια ήρεμη και άκρως πολιτισμένη ατμόσφαιρα. Και τούτο διότι κατά τις συζητήσεις λεπτών θεολογικών, εκκλησιολογικών και κανονικών ζητημάτων, έστω κι αν διατυπώνονταν θέσεις εκ διαμέτρου αντίθετες προς εκείνες άλλων, τούτο γινόταν με ευπρέπεια και την δέουσα κοσμιότητα, μιας και έλειπαν «κορώνες», λογομαχίες και διαπληκτισμοί, που κάποτε ήταν σύνηθες φαινόμενο στα διορθοδόξως δρώμενα.
Ένα θετικό στοιχείο της Διορθοδόξου Προπαρασκευαστικής Ἐπιτροπής υπήρξε, ομολογουμένως, η ενιαία τοποθέτηση των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών ως προς την έννοια και το περιεχόμενο του Αυτονόμου, και η σχεδόν αβρόχοις ποσίν έγκριση του κειμένου όσον αφορά στον τρόπο με τον οποίο ανακηρύσσεται η Αυτονομία μέσα σ΄ένα τμήμα της κανονικής δικαιοδοσίας μιας Αυτοκεφάλου Εκκλησίας.
Δυστυχώς, όμως, αυτό που επετεύχθη σε σχέση με το Αυτόνομο, δεν κατέστη δυνατόν να επιτευχθεί και με το θέμα της Αυτοκεφαλίας. Και θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι ως προς το συγκεκριμένο αυτό σημείο υπάρχει κάποια ομοιότητα μεταξύ του έργου της εν λόγῳ Επιτροπής και της πολυπαιγμένης και δημοφιλούς ογδόης Συμφωνίας του Franz Schubert, γνωστής ως «Ημιτελούς Συμφωνίας»! Διότι, όπως το υπέροχο τούτο δημιούργημα του ρωμαντικού αυτού μουσουργού αφήνει ανικανοποίητο τον μελομανή, τοιουτοτρόπως και η διορθόδοξη συμφωνία που επετεύχθη στη Γενεύη, έπειτα από ατέρμονες συζητήσεις, γύρο από το θέμα της Αυτοκεφαλίας και του τρόπου ανακηρύξεως αυτής, έδωσε μια γεύση του «ημιτελούς» και αφήκε ανικανοποίητους όσους ήλπιζαν ότι, έπειτα από χρόνια απραξίας (η προηγούμενη Προπαρασκευαστική Επιτροπή είχε συνέλθει το 1993!), η Πανορθοδοξία θα ήταν πλέον σε θέση να «κλείσει» τον φάκελλο και να τον παραπέμψει διά τα περαιτέρω στην Ε΄ Πανορθόδοξη Προσυνοδική Διάσκεψη. Πολύ περισσότερο εφ΄όσον οι Σεπτοί Ορθόδοξοι Προκαθήμενοι, κατά την προ έτους περίπου Σύναξή τους στο Φανάρι (Οκτώβριος του 2008), ενστερνιζόμενοι την πρόταση του προσκαλέσαντος αυτούς Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, είχαν ομόφωνα εκφράσει την βούληση τους να επισπευσθεί η χρονίζουσα διαδικασία συγκλήσεως της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας. [Για την οποία, σημειωθήτω, μιλούμε επί 75 ολόκληρα χρόνια και την προετοιμάζουμε εδώ και πέντε σχεδόν δεκαετίες. Από το 1961!]
Ο λόγος, για την δυσκολία της Διορθοδόξου Επιτροπής να ολοκληρώσει την ενιαία θέση των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών, όχι όσον αφορά στην φύση και τον τρόπο ανακηρύξεως της Αυτοκεφαλίας ενός τμήματος μιας δεδομένης Αυτοκεφάλου Εκκλησίας, (περί τούτου υπήρξε συμφωνία), αλλά ως προς τον τρόπο υπογραφής (!) του σχετικού Τόμου Αυτοκεφαλίας. Τουτέστι, αν θα πρέπει ο Τόμος αυτός να υπογράφεται μόνο από τον κηρύσσοντα την Αυτοκεφαλία Πρώτο Επίσκοπο της Ορθοδοξίας, ήτοι τον Οικουμενικό Πατριάρχη, ή και από τον Προκαθήμενο της Εκκλησίας-μητρός από την οποία αποσπάται η νέα Αυτοκέφαλη Εκκλησία, ή, ακόμη, και από όλους τους Προκαθημένους των κατά τόπους Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών.
Δεν είναι δύσκολο πίσω από τη δυσχέρεια αυτή να δεί κανείς μια υποβόσκουσα τάση ορισμένων Ορθοδόξων Εκκλησιών των βορείων και ανατολικών διαμερισμάτων της Ευρώπης, να περιορίσουν το διακόνημα του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως ως Πρώτου της Ορθοδοξίας Επισκόπου και αμφισβητήσουν τον θεσμικό του ρόλο, ως ορατού σημείου της Ορθοδόξου ενότητος και εκφραστού άμα της ανά την οικουμένην Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Και γεννάται το ερώτημα: Είναι ή όχι εκφραστής της Ιεράς Συνόδου που τον περιβάλλει ο Προκαθήμενος εκάστης τοπικής Αυτοκεφάλου Ορθοδόξου Εκκλησίας; Και εάν ούτως έχει το πράγμα, (και όντως ούτως έχει), ποιά Ορθόδοξη Ἐκκλησιολογία παρακωλύει τον Προκαθήμενο της Πρωτοθρόνου Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως να είναι ο εκφραστής, σε παγκόσμιο-οικουμενικό επίπεδο, του φρονήματος της Πανορθοδοξίας; Την στιγμή, μάλιστα, κατά την οποία διακηρύσουμε urbi et orbi, και με ουκ ολίγη υπερηφάνεια, ότι, παρά την ύπαρξη δεκαπέντε Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, αποτελούμε όλοι μαζί την Μία Ορθόδοξη Εκκλησία, και χλευάζουμε τον πολυδιασπασμένο Προτεσταντισμό δίνοντάς του μαθήματα Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας!
Από σκοπιάς εκκλησιολογικής, σε τι διαφέρουμε, τελικά, από Λουθηρανούς, Κογκρεγκασιοναλιστές και Μετερρυθμισμένους όταν, βάσει εθνο-φυλετικών κριτηρίων και πολιτικών υπολογισμών, παρερμηνεύοντες την έννοια, τα όρια και το περιεχόμενο της Αυτοκεφαλίας, διασπούμε την Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Ορθοδοξο Εκκλησία, και ενεργούμε πλέον ως δεκαπέντε ανεξάρτητες απ΄αλλήλων μονάδες, ως αυτοδιάθετα «καπετανάτα»;
Αν η προσεχής Προπαρασκευαστική Επιτροπή, (που εύχομαι να συνέλθει σύντομα και όχι σε μιά δεκαπενταετία όπως αυτή για την οποία έγινε λόγος στο σχόλιο αυτό), δεν καταφέρει να βρει μια λύση, και παραπέμψει πάλι το θέμα στις «ελληνικές καλένδες», τότε φοβούμαι ότι οι πιστοί μας, και γενικά ο Χριστιανικός κόσμος, θα καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι στην Εκκλησία μας μεταξύ λόγων και έργων «χάσμα μέγα εστήρηκται».